Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄσχολος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἄσχολος Medium diacritics: ἄσχολος Low diacritics: άσχολος Capitals: ΑΣΧΟΛΟΣ
Transliteration A: áscholos Transliteration B: ascholos Transliteration C: ascholos Beta Code: a)/sxolos

English (LSJ)

ον, (σχολή) of persons,

   A without leisure, engaged, busy,Pl.Lg.832b, D.3.27; ἄ. συγγόνου προσεδρίᾳ E.Or.93; ἄ. ἐς σοφίην busily engaged upon (or, with no leisure for)... Hdt.4.77; ἄ. περί τι busy about... Plu.Tim.12; πρὸς τοῖς ἔργοις Arist.Pol.1305a20: c. inf., having no time to... Pi.P.8.29; ἄσχολοί εἰσιν ἐπιβουλεύειν Arist.Pol.1313b20; ἄ. ὥστε μὴ ἐκκλησιάζειν ib.1318b12. Adv. -λως, ἔχειν D.33.25; πρός τι Aristid.Or.23 (42).61.    II of actions, etc., πάντα χρόνον ἄ. ποιεῖν fully occupied, Pl.Lg.831c; ἄ. πράξεις not leisured, Arist.EN1177b8; κίνησις ἄ. unresting, Id.Cael.284a31.

German (Pape)

[Seite 382] (σχολή), ohne Muße, beschäftigt, Pind. P. 8, 30; περί τι Plut. Timol. 12; εἴς τι, keine Zeit habend zu etwas, Her. 4, 77; ἄσχολον ποιεῖν τινα, mit folgdm. inf., abhalten, Plat. Legg. VIII, 831 c; Arist. pol. 5, 9. – Adv. ἀσχόλως, ἔχειν περίτι Dem. 33, 25.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui n’a pas de loisir ou de répit.
Étymologie: ἀ, σχολή.

English (Slater)

ἄσχολος
   1 without leisure εἰμὶ δ' ἄσχολος ἀναθέμεν πᾶσαν μακραγορίαν (P. 8.29)

Spanish (DGE)

-ον
I de pers.
1 ocupado, atareado ἀσχόλους εἶναι ... ἐς πᾶσαν σοφίην Hdt.4.77, ἄ. ... συγγόνου προσεδρία ocupado en asistir a un hermano E.Or.93, ἡ ... ζήτησις παρέχουσα ἄσχολον ἕκαστον Pl.Lg.832b, Θηβαίων δ' ἀσχόλων ὄντων D.3.27, ἀσχόλων διὰ τὸν Φωκικὸν πόλεμον D.10.47, διὰ ... τὸ μὴ πολλὴν οὐσίαν ἔχειν ἄ. Arist.Pol.1318b12, δι' ἀπορίαν χρημάτων ἀσχόλους D.H.2.9, ἄσχολον ὄντα ... πρὸς τοῖς ἔργοις Arist.Pol.1305a20, ἄ. ... πρὸς τῇ τῶν ναυτῶν ἀποστολῇ PSI 502.24 (III a.C.), περὶ σκηνὰς καὶ δεῖπνον ἀσχόλοις οὖσιν Plu.Tim.12, ἀσχόλοις οὖσιν ἐν αὐτοῖς Luc.Anach.30, ἄσχολοι πρὸς τὰ ἀναγκαῖα D.C.52.24.5, ἄσχολοι ... πρὸς τὰ ἔργα Iambl.Protr.20 (p.102), οὐκ ἠδυνάμεθά σοι γράψαι διὰ τὸ ἄσχολοι εἶναι PCair.Zen.538.3 (III a.C.).
2 que carece de tiempo libre c. inf. final εἰμὶ δ' ἄ. ἀναθέμεν πᾶσαν μακραγορίαν me falta tiempo para ofrendar todo un largo discurso Pi.P.8.29, πάντα χρόνον ἄσχολον ποιεῖν ... ἐπιμελεῖσθαι Pl.Lg.831c, ἄσχολοι ... ἐπιβουλεύειν Arist.Pol.1313b20, δέον οὖν ἄ. ἦν λέγειν Phryn.389.
II de cosas
1 que no cesa, continuo κίνησις Arist.Cael.284a31.
2 que ocupa, que no deja tiempo libre πράξεις Arist.EN 1177b8.
III adv. -ως sin tiempo libre ἀ. ἔχειν περὶ ἀναγωγήν D.33.25, ἀ. ἔχειν πρὸς τὸ πρωτεύειν Aristid.Or.23.61.

Greek Monolingual

ἄσχολος, -ον (Α)
1. απασχολημένος, αυτός που δεν ευκαιρεί, που δεν έχει καιρό
2. (για πράξεις κ.λπ.) συνεχής, αδιάκοπος, αδιάλειπτος
3. ο μη καταγινόμενος με κάτι
4. «ἄσχολος χρόνος» — ο χρόνος κατά τον οποίο δουλεύει κανείς συνέχεια, ο γεμάτος χρόνος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερ. + -σχολος < σχολή «αργία, απραξία»].

Greek Monotonic

ἄσχολος: -ον (σχολή
I. λέγεται για πρόσωπα, αυτός που δεν έχει ελεύθερο χρόνο, απασχολημένος, αυτός που έχει εργασία, πολυάσχολος, σε Πλάτ., Δημ.· ἄσχολος ἔς τι, αυτός που δεν έχει ελεύθερο χρόνο για κάτι, σε Ηρόδ.· ἄσχολος περί τι, απασχολημένος με..., σε Πλούτ.· επίρρ., ἀσχόλως ἔχειν, είμαι απασχολημένος, σε Ευρ.
II. λέγεται για πράξεις, αυτός που δεν αφήνει καθόλου ελεύθερο χρόνο, δεν ευκαιρεί, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἄσχολος:
1) не имеющий свободного времени (ἔς τι Her., πρός τι Plut. и ποιεῖν τι Pind., Arst.): ἄσχολον ποιεῖν τινα Plat., Arst. поглощать весь досуг, всецело занимать кого-л.;
2) занимающийся, занятый (τινι Eur., πρός τινι Arst. и περί τι Plut.);
3) постоянный, беспрерывный (πράξεις, κίνησις Arst.).

Middle Liddell

σχολή
I. of persons, without leisure, engaged, occupied, busy, Plat., Dem.; ἄσχ. ἔς τι with no leisure for a thing, Hdt.; ἄσχ. περί τι busy about . ., Plut.:—adv., ἀσχόλως ἔχειν to be busy, Eur.
II. of actions, allowing no leisure, Eur.