Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄτοπος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ἄτοπος Medium diacritics: ἄτοπος Low diacritics: άτοπος Capitals: ΑΤΟΠΟΣ
Transliteration A: átopos Transliteration B: atopos Transliteration C: atopos Beta Code: a)/topos

English (LSJ)

ον,

   A out of place, out of the way: hence,    1 unwonted, extraordinary, of symptoms, Hp.Aph.4.52: Comp., ibid.; ἄ. ἁδονά E.IT842 (lyr.), cf. Arist.EN1149a15; ὄρνις Ar.Av.276; πόθος Id.Ec.956.    2 strange, paradoxical, δοῦλοι τῶν αἰεὶ ἀτόπων slaves to every new paradox, Th.3.38; ἄτοπόν τι πάσχειν And.4.34; τῶν -ωτάτων μέντἂν εἴη D.1.26; ἄτοπα τῆς σμικρολογίας absurd pettinesses, Pl.Tht.175a; ἄ. ἡδονῆς καὶ λύπης μεῖξις Id.Phlb.49a; ἄτοπόν ἐστι, c. inf., Pherecr.91, Eub.125; οὐδὲν ἄ. εἰ ἀποθάνοιμι Pl.Grg.521d, cf. Arist.Cat.11a37, al., etc.    b of persons, Isoc.12.149; ἄ. παιδευτής Pl.R.493c; ἄ. καὶ δυσχερεῖς D. 19.308; τὸν ἄτοπον φεύγειν ἀεί Men.203c; ἄ. φαγεῖν given to strange food, Philostr.VA3.55.    3 unnatural, disgusting, foul, πνεῦμα Th. 2.49; monstrous, ἀτοπώτατον πρᾶγμα ἐξευρών Lys.3.7; later, wicked, wrong, LXX Jb.27.6, Ev.Luc.23.41; of persons, opp. χρηστός, Phld. Sign.1; of things, bad, harmful, Act.Ap.28.6. Adv. -πως in an unfavourable position, κεῖσθαι, of planets, Vett. Val.63.12.    4 Adv. -πως marvellously or absurdly, Th.7.30, Pl.Phd.95b, al., Arist.EN 1136a12, etc.; ἀ. καθίζων, = ἀνυπόπτως, Eup.180.    II non-spatial, τῆς ἰδέας μενούσης ἐν ἀτόπῳ αὐτὸ τόπους γεννῆσαν Plot.6.5.8. Adv. -πως non-spatially, opp. τοπικῶς, Porph.Sent.33.

German (Pape)

[Seite 388] nicht am Orte, unziemlich; bes. wunderlich, auffallend, Eur. Ion. 689 I. T. 842; oft bei Plat. u. Folgdn, gew. mit mildem Tadel, καὶ ἀήθης Plat. Tim. 48 b; καὶ θαυμαστός Legg. I, 646 b; Ggstz εἰωθός, neu, ungewöhnlich, Thuc. 3, 38, bes. λέγειν. Oft ἄτοπον (sc. ἐστι), εἰ, Isocr. 3, 2; Plat. Gorg. 521 d; πῶς οὐκ ἄτοπον Isocr. 4, 127; oft bei Arist. – Auch = thöricht, ἀγνώμων καὶ ἄτοπος τῶν ὄντων Dem. 10, 40; Sp. auch = frevelhaft. – Adv., ἀτόπως ἔχειν Luc. Nigr. 1.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui n’est pas en son lieu et place, d’où
1 extraordinaire, étrange, insolite;
2 extravagant, absurde, inconvenant;
Cp. ἀτοπώτερος, Sp. ἀτοπώτατος.
Étymologie: ἀ, τόπος.

Spanish (DGE)

-ον
I 1raro, absurdo, extravagante de pers. πολύ γέ μοι, ὦ Σώκρατες, νῦν ἀτοπώτερος αὖ φαίνῃ Pl.Alc.1.106a, cf. Phdr.230c, ἄ. παιδευτής Pl.R.493c, τινες ἄτοπον εἶναι με φήσειαν Isoc.12.149, εἴ τις ἄ. φανείῃ τοῖς πολλοῖς Arist.EN 1179a15 (= Anaxag.A 30), οἱ καλούμενοι ἁρμονικοί, τὸ μὲν ἦθος ... ἄτοποι Aristox.Harm.51.2, c. εἰμί y part. pred. οὐκ οἴῃ ἄ. γε εἶναι γελῶν ἀνθρώπου θανάτον; Hp.Ep.17 (p.358), ἄ. γὰρ ἂν εἴη τὸ αὐτὸ μανθάνων ... ὁ αὐτός Aristox.Harm.51.9, πατρίδος ... οὐκ ἄ. μνημονεύων Plot.4.3.32, o c. or. complet. πῶς οὐκ ἂν εἴης ἄ. εἰ ... πιστεύοις ...; Hld.1.25.5, ἄ. διὰ τί ... οὐ δόξει ... λέγων Plot.1.4.1
de abstr. extraño, sorprendente, inverosímil ἄτοπος ἄτοπα γὰρ παραδίδωσί μοι τάδε θεοῦ φήμα E.Io 690, ἄ. ἡδονῆς καὶ λύπης ... μεῖξις Pl.Phlb.49a, ἀτοπώτατον πρᾶγμα ποιοῦντες Plb.18.4.9, τίς νίκη ἀτοπωτέρα; D.C.63.9.3, cf. Plb.30.9.21, Anon.Hist.p.11M., PPetr.2.19.1.6 (III a.C.)
esp. en el giro ἄτοπον (ἐστι) c. constr. complet. o no (es) raro, extraño, absurdo ὁκόσοισιν ἐν τοῖσι πυρετοῖσι ... κατὰ προαίρεσιν οἱ ὀφθαλμοὶ δακρύουσιν, οὐδὲν ἄτοπον Hp.Aph.4.52, ὡς ἄτοπόν ἐστι μητέρ' εἶναι καὶ γυνήν Pherecr.96, καὶ οὐδέν γε ἄ. εἰ ἀποθάνοιμι Pl.Grg.521d, τῶν ἀτοπωτάτων μέντ' ἂν εἴη, εἰ ... ταῦτα δυνηθεὶς μὴ πράξει D.1.26, ἄτοπον πλείους ὄντας ... τῶν ὑπεναντίων ἐλαττωθῆναι Plb.3.109.4, πῶς οὖν οὐκ ἄτοπον ... ἐξ Ἰωνίας ἐλθεῖν, ἐν δὲ Βαβυλῶνι δὲ οὖσαν ὑστερεῖν; Charito 5.4.12, cf. Democr.B 155, Archyt.B 1, Isoc.1.42, Is.6.2, X.HG 2.3.19, Arist.Cat.11a37, Eub.122.1, Epicur.Fr.[26.40] 19, Plb.9.20.7, 3.11.8, Plu.2.708d, Hld.5.29.1
geom. absurdo como sinón. de imposible ref. a la imposibilidad lógica de una construcción o una propiedad, esp. en la fórmula ὅπερ ἄτοπον Autol.Sphaer.4, Euc.1.6, 3.13, Archim.Sph.Cyl.1.33
neutr. como adv. ὡς ἄτοπον εἰρηκότα (critican a Homero) por haber dicho una frase extraña ref. a una anomalía prosódica, Arist.SE 166b4
subst. τὸ ἄτοπον, τὰ ἄτοπα novedad, originalidad (ὑμεῖς) δοῦλοι ὄντες τῶν ἀεὶ ἀτόπων, ὑπερόπται τῶν εἰωθότων Th.3.38, op. ὅμοιον D.C.45.37.6
lo raro, lo extraño μί' ἐστὶν ἀρετὴ τἄτοπον φεύγειν ἀεί Men.Fr.179c, sin art. φασὶ τὰ πρόβατα φαγεῖν ἄτοπα Philostr.VA 3.55
lóg. τὸ ἄτοπον la imposibilidad de demostrar nada por la definición, Arist.APo.92b28.
2 extraordinario, fuera de lo común ἄτοπον ἁδονὰν ἔλαβον E.IT 842, cf. Arist.EN 1149a.14, ἄ. πόθος Ar.Ec.956, ἄ. ὄρνις Ar.Au.276.
3 c. gen. equivocado, errado respecto a ἄ. ἂν εἴη τῆς αἰτίας Plot.3.2.3, τοῦ λόγου Plot.3.6.12.
II en cont. peyor.
1 antinatural, repugnante de cosas o abstr. πνεῦμα ἄτοπον καὶ δυσῶδες ἠφίει Th.2.49, ἡ ὗς ... ὄφιν ἀτοπώτερον Plu.2.670a, ἄ. μιαιφονία Agath.3.11.8
subst. τὰ ἄτοπα lo monstruoso Ἀλκαμένη ... ὥσπερ τὴν Γοργοῦς θεασαμένη κεφαλὴν ἤ τι τῶν ἀτοπωτέρων Hld.4.7.11
inoportuno, inconveniente (Δίων) ἐνίκησεν ... καὶ μάλα ἀτόπῳ τε καὶ αἰσχρᾷ νίκῃ Pl.Ep.333c, ποιήσας τὴν σύνταξιν τῆς δικαιολογίας, ἣ ... ἄ. ἐφαίνετο καὶ ... ἀπίθανος Plb.30.4.11.
2 de pers. y comportamientos humanos malvado, ilícito op. χρηστός Phld.Sign.1.11, ἵνα ῥυσθῶμεν ἀπὸ τῶν ἀτόπων καὶ πονηρῶν ἀνθρώπων 2Ep.Thess.3.2, εἴωθεν ἤθεσι φαύλοις καὶ ἀτόποις πράγμασι ... λόγους πορίζειν Plu.2.27f, ἄτοπα καὶ φαῦλα βουλεύματα Plu.2.145d, ἄ. βουλή Hld.2.20.1, cf. 7.21.4
impuro διὰ λογισμῶν ἀτόπων Mac.Aeg.M.34.937D, ἐπιγενομένῃ τινι ἀτόπῳ πράξει Basil.Ep.55
subst. τὰ ἄτοπα iniquidad, mal εἶδον τοὺς ἀροτριῶντας τὰ ἄτοπα LXX Ib.4.8, cf. 2Ma.14.23.
III no espacial, fuera del espacio físico τῆς ἰδέας αὐτῆς μενούσης ἐν ἀτόπῳ, αὐτὸ τόπους γεννῆσαν Plot.6.5.8, τὸ οὖν ἄτοπον τοῦτο νοοῦντες Plot.6.8.11.
IV adv. -ως
1 de una manera rara, extrañamente μοι ἀ. ἔδοξεν εὐθὺς τὴν πρώτην ἔφοδον οὐ δέξασθαι Pl.Phd.95b, μάλ' ἀ. ἔοικά γε Pl.Ph.277d
insospechadamente πόλλ' ἔμαθον ... ἀ. καθίζων κοὐδὲ γιγνώσκειν δοκῶν Eup.194
de modo absurdo οὐκ ἄν σοί τολμήσαιμι ἀδεῶς λέγειν [ἵ] να μὴ ἀ. δ[ι] ηγήσω[μ] αι PLugd.Bat.17.14.25 (II d.C.), ἀ. οὐκ ἄν τις παραβάλλοι τὰ συστήματα Aristid.Quint.66.24.
2 inoportunamente οὐκ ἀ. οἱ Θρᾷκες τὴν φυλακὴν ἐποιοῦντο Th.7.30
ridículamente καὶ μάλ' ἀ. συμβαῖνον Pl.Plt.266c.
3 no espacialmente op. ἐν τόπῳ y τοπικῶς Porph.Sent.33
astrol. de planetas en una posición que no es la propia op. καλῶς κείμενος Vett.Val.61.27.

English (Strong)

from Α (as a negative particle) and τόπος; out of place, i.e. (figuratively) improper, injurious, wicked: amiss, harm, unreasonable.

English (Thayer)

ἄτοπον (τόπος), out of place; not befitting, unbecoming (so in Greek writings from Thucydides down; very often in Plato); in later Greek in an ethical sense, improper, wicked: ἄτοπον τί πράσσειν, as in L T Tr WH; (the Sept. for אָוֶן. Josephus, Antiquities 6,5, 6; Plutarch, de aud. poët. c. 3 φαῦλα and ἄτοπα); of men: ἀτοποι καί πονηροί; Luth. unartig, more correctly unrighteous (iniquus), A. V. unreasonable, cf. Ellicott at the passage)). inconvenient, harmful: μηδέν ἄτοπον εἰς αὐτόν γινόμενον, no injury, no harm coming to him (Thucydides 2,49; Josephus, Antiquities 11,5, 2; Herodian, 4,11, 7 (4, Bekker edition)).

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἄτοπος, -ον)
1. απρεπής, ανάρμοστος
2. το ουδ. ως ουσ. α) (στον εν.) κάτι το λογικά απαράδεκτο
β) στον πληθ. παράνομες πράξεις
3. φρ. «η εις άτοπον απαγωγή» — αποδεικτική διαδικασία στη λογική και στα μαθηματικά με την αναγωγή του συλλογισμού σε κάτι απαράδεκτο
αρχ.
1. παράξενος, ασυνήθιστος
2. παράλογος, ανόητος
3. τερατώδης, κακός.

Greek Monotonic

ἄτοπος: -ον, αυτός που βρίσκεται εκτός του φυσιολογικού, και επομένως·
1. παράξενος, ασυνήθιστος, σε Ευρ. κ.λπ.
2. παράλογος, αλλόκοτος, εκκεντρικός, δοῦλοι τῶν ἀεὶ ἀτόπων, σκλάβοι σε κάθε καινούριο παράδοξο, σε Θουκ.· τῶν ἀτοπωτάτων ἂν εἴη, σε Δημ.
3. αφύσικος, αηδιαστικός, τερατώδης, πνεῦμα, σε Θουκ.
II. επίρρ. -πως, θαυμάσια ή παράλογα, στον ίδ., Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ἄτοπος:
1) странный, небывалый, необычайный (ἡδονή Eur.; ὄρνις Arph.; ζῷον Arst.; πράξεις Plut.): ἄτοπα τῆς σμικρολογίας Plat. неслыханная болтливость;
2) нелепый, чудовищный Thuc., Lys., Plat., Arst., Dem., Plut.: πῶς οὐκ ἄτοπον …; Isocr. разве не нелепо …?

Middle Liddell


I. out of place, and so,
1. strange, unwonted, extraordinary, Eur., etc.
2. strange, odd, eccentric, δοῦλοι τῶν ἀεὶ ἀτόπων slaves to every new paradox, Thuc.; τῶν ἀτοπωτάτων ἂν εἴη Dem.
3. unnatural, disgusting, foul, πνεῦμα Thuc.
II. adv. —πως, marvellously or absurdly, Thuc., Plat.

Chinese

原文音譯:¥topoj 阿-拖坡士
詞類次數:形容詞(3)
原文字根:不-安置的
字義溯源:離了本位,不適當的,稀罕的,不好的,傷害的,無理的,差錯;由(α / ἄλφα)= (ἄνευ)*=不)與(τόπος / Πόντος)*=處,場所)組成。
同義字:1) (ἄτοπος)離了本位 2) (κακοποιός)作惡者 3) (κακός)卑劣的 4) (πονηρός)有害的,惡毒的 5) (φαῦλος)邪惡
出現次數:總共(4);路(1);徒(2);帖後(1)
譯字彙編
1) 無理(1) 帖後3:2;
2) 傷害(1) 徒28:6;
3) 不是(1) 徒25:5;
4) 不好的(1) 路23:41