Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄψηφος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἄψηφος Medium diacritics: ἄψηφος Low diacritics: άψηφος Capitals: ΑΨΗΦΟΣ
Transliteration A: ápsēphos Transliteration B: apsēphos Transliteration C: apsifos Beta Code: a)/yhfos

English (LSJ)

ον,

   A without a stone, δακτύλιος Artem.2.5.    II = πολύ, μέγα, ἰσχυρόν, Hsch.

German (Pape)

[Seite 421] 1) ohne Stein, δακτύλιος Artemid. 2, 5. – 2) der nicht abstimmen kann?

Greek (Liddell-Scott)

ἄψηφος: -ον, ὁ μὴ ἔχων ψῆφον, ἤτοι λίθον, δακτύλιος Ἀρτεμίδ. 2, 5. Καθ’ Ἡσύχ.: «ἄψηφον· πολύ, μέγα, ἰσχυρόν».

Spanish (DGE)

-ον
1 que no tiene piedra δακτύλιοι ... ἄψηφοι Artem.2.5
neutr. subst. ausencia de piedra Artem.l.c.
2 ἄψηφον· πολύ. μέγα. ἰσχυρόν Hsch.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἄψηφος, -ον)
νεοελλ.
ανάξιος, περιφρονημένος
αρχ.
1. (για δαχτυλίδι) χωρίς ψήφο, σφραγιδόλιθο
2. μεγάλος, ισχυρός (Ησύχ.).