Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἅλως

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: ἅλως Medium diacritics: ἅλως Low diacritics: άλως Capitals: ΑΛΩΣ
Transliteration A: hálōs Transliteration B: halōs Transliteration C: alos Beta Code: a(/lws

English (LSJ)

[ᾰ], ἡ, gen.

   A ἅλω Hp.VM13, X.Oec.18.8, ἅλωος AP6.258 (Adaeus); dat. ἅλῳ Arist.Ph.198b22; acc. ἅλω A.Th.489, IG2.834b ii 21, ἅλων Nic.Th.166, ἅλωα Call.Fr.51: pl., nom. ἅλῳ Arist.Mete. 344b2, ἅλωες Ach.Tat.Intr.Arat.32, ἅλως D.42.6, Thphr.Sign.22; acc. ἅλως Arist.Mir.835b9, etc.: (v. sub ἀλέω A):—threshing-floor, Hp. l. c., X.l.c., etc.; grain on the floor, PRyl.122.10 (ii A.D.):—hence, from round shape,    II disk of sun or moon, or shield, A. l.c.: later, halo, Arist.Mete.344b2, Epicur.Ep.2p.51U., Gal.5.640, etc.    2 serpent's coil, Nic.Th.166.    3 bird's nest, Ael.NA 3.16.    4 ciliary body of the eye, Poll.2.71.    5 circular piazza at Delphi, GDI2101, 2642.

German (Pape)

[Seite 113] ἡ, die att. Form für ἀλωή (gen. ἅλω Xen. Oec. 18, 6, περὶ ἅλω Plut. plac. phil. 3, 18; Symp. 3, 10, 3 M.; ἅλωος Add. 1 (VI, 258); acc. ἅλω Plut. plac. ph. 3, 2 def. or. 14; Nic. 29; ἅλων Nic. Th. 166; ἅλωα Arat. 941 Callim. fr. 59; plur. ἅλοι, ἅλως, Dem. 42, 6), die Tenne, u. da diese rund war, übh. Rundung, Aesch. vom Schilde, ἅλω δὲ πολλην, ἀσπίδος κύκλον λέγω Spt. 471, wobei man auch an Strahlenkreis denken kann, wie Arist. mund. 4 ἅλως ἐστὶν ἔμφασις λαμπρότητος ἄστρου περίαυγος, von einem Hof um die Sonne u. den Mond; von der Pupille des Auges, Poll. 2, 71; von den Windungen einer Schlange, Nic. Th. 166; vom Nest, Ael. N. A. 3, 16.

Greek (Liddell-Scott)

ἅλως: [ᾰ], ἡ, γεν. ἅλω, Ἱππ. π. Ἀρχ. Ἰητρ. 12, Ξεν. Οἰκ. 18. 8, ἅλωος, Ἀνθ. Π. 6. 258: δοτ. ἅλῳ, Ἀριστ. Φυσ. 2. 8, 3: αἰτ. ἅλω, Αἰσχύλ. Θ. 489, ἅλων, Νικ. Θ. 166, ἅλωα, Καλλ. Ἀποσπ. 51: - πληθ. ὀνομ. καὶ αἰτ., ἅλως, Δημ. 1040. 24, Ἀριστ. π. Θαυμ. 72: πρβλ. ἅλων, ωνος: (ἴδε ἐν λ. ἀλέω). Ὡς τὸ Ἐπικ. ἀλωή, ἁλῶνι, Ξενοφ. ἔνθ’ ἀνωτ.: - ἕνεκα δὲ τοῦ κυκλοτεροῦς αὐτῆς σχήματος ΙΙ. καὶ ὁ δίσκος τοῦ ἡλίου ἢ τῆς σελήνης ἢ ἀσπίδος, Αἰσχύλ. ἔνθ’ ἀνωτ.: ἀλλὰ βραδύτερον, φωτεινὸς ἢ θαμβερός τις κύκλος περὶ αὐτά, Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 7, 7., 3. 2, 1, κἑξ., καὶ ἀλλ. 2) συνεσπειραμένος ὄφις, Νικ. Θ. 166. 3) καλιὰ πτηνοῦ, Αἰλ. Περὶ Ζ. 3. 16. 4) ὁ ἐξωτερικὸς κύκλος τοῦ βολβοῦ τοῦ ὀφθαλμοῦ, Πολυδ. 2. 71.

French (Bailly abrégé)

ω (ἡ) :
I. aire à battre le grain;
II. p. anal.
1 nid d’oiseau;
2 disque d’un bouclier.
Étymologie: cf. ἀλωή.

Spanish (DGE)

-ω, ἡ

• Alolema(s): ἄλως Epicur.Ep.[3] 110

• Prosodia: [ᾰ-]

• Morfología: [ac. ἅλω A.Th.489, IG 22.1672.233, Alciphr.2.23, ἅλων Nic.Th.166, ἅλωα Call.Fr.255, ἅλον IG 14.352.1.22 (Halesa I a.C.); gen. chipr. a-la-wo ἅλϝω IChS 217.9 (Idalion V a.C.), jón.-át. ἅλω Hp.VM 13, X.Oec.18.8, ἅλωος AP 6.258 (Adaeus), Nic.Th.546, Fr.70.1, I.AI 4.233; dat. ἅλῳ Arist.Ph.198b22, PMerton 107.20 (II d.C.), ἅλω BGU 2124.5 (II d.C.); plu. nom. ἅλῳ Arist.Mete.344b2, ἅλωες Ach.Tat.Intr.Arat.32, ἅλως D.42.6, Thphr.Sign.22; ac. ἅλως Arist.Mir.835b9, ἅλω LXX 1Re.23.1, PPetaus 53.7 (II d.C.)]
I vergel, huerto, IChS 217.9 (Idalion V a.C.), cf. Hsch.s.u. ἁλωάς, ἁλωή.
II 1era (πυροί) ἀπὸ τῆς ἅλω Hp.VM 13, cf. X.Oec.18.8, Arist.Ph.198b22, I.AI 4.233, 5.213, 7.81, καταπατοῦσιν τοὺς ἅλω saquean las eras LXX 1Re.23.1, cf. LXX Ru.3.2, PPetaus 53.7 (II d.C.), PMerton 107.20 (II d.C.), 123.1 (II d.C.), PMil.Vogl.220.23 (II d.C.), 238.26 (II d.C.), 241.11 (II d.C.), BGU 2124.5 (II d.C.), 2125.13 (II/III d.C.), PWisc.7.32 (III d.C.), PCair.Isidor.99.21 (III d.C.), 100.14 (III d.C.), 92.10 (IV d.C.), PSakaon 68.13, 70.13 (IV d.C.).
2 parva, PRyl.122.10 (II d.C.).
III de cosas circulares en gener., cf. Hsch.
1 disco del escudo, A.Th.489
nido Ael.NA 3.16
plaza, GDI 2101.7 (Delfos II a.C.), 2642.63 (Delfos II a.C.)
gener. círculo, espiral de una serpiente προχόεσσαν ἅλων εἱλίξατο γαίῃ se retorció en espiral sobre la tierra Nic.Th.166.
2 halo alrededor de los astros, Arist.Mete.344b2, Epicur.Ep.[3] 110, Heraclid.Pont.116.1, Gal.5.640.
3 anat. músculo ciliar del ojo, Poll.2.71.

• Etimología: Cf. ἀλωή.

Greek Monolingual

η (Α ἅλως) (Ν και άλως, ο)
αρχ.-νεοελλ.
1. ο φωτεινός δακτύλιος που σχηματίζεται γύρω από το φεγγάρι και καμιά φορά και γύρω από τον ήλιο
(στα αρχ. και ο ίδιος ο δίσκος της σελήνης ή του ήλιου, ακόμη και της ασπίδας)
2. (για τα μάτια) ο εξωτερικός κύκλος του βολβού
νεοελλ.
1. το φωτοστέφανο που περιβάλλει τις κεφαλές τών αγίων
2. ο ρόδινος κύκλος γύρω από τη θηλή του μαστού
αρχ.
1. αλώνι
2. κουλουριασμένο φίδι
3. φωλιά πτηνού σε σχήμα κύκλου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αττικός τ. της λ. αλωή.
ΠΑΡ. αλωνεύομαι
αρχ.
αλωαίος, Αλωάς, αλώιος, άλων αρχ.-μσν. αλωνία
μσν.- νεοελλ.
άλωνα, αλωνίζω].

Greek Monotonic

ἅλως: [ᾰ], ἡ, γεν. ἅλω και ἅλωος· δοτ. ἅλῳ, αιτ. ἅλω, ἅλων, ἅλωα· ονομ. και αιτ. πληθ. ἅλως· (ἀλέω)· όπως το Επικ. ἁλωή, το δάπεδο του αλωνιού, σε Ξεν. κ.λπ.· έπειτα, απο το στρογγυλό του σχήμα.
II. ο δίσκος του ήλιου ή του φεγγαριού ή λέγεται για ασπίδες, σε Αισχύλ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἅλως: ω, поздн. ωος (ᾰ) ἡ (dat. ἅλῳ, acc. ἅλω; nom. и acc. pl. ἅλως)
1) молотильный ток Xen., Anth.;
2) круг, диск (ἅ., ἀσπίδος κύκλος Aesch.);
3) светящийся круг, ореол (вокруг солнца или луны) Arst., Plut.

Middle Liddell

ἀλέω; like epic ἁλωή]
I. a threshing-floor, Xen., etc.:—then, from its round shape,
II. the disk of the sun or moon, or of a shield, Aesch., etc.