Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐγκάθημαι

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐγκάθημαι Medium diacritics: ἐγκάθημαι Low diacritics: εγκάθημαι Capitals: ΕΓΚΑΘΗΜΑΙ
Transliteration A: enkáthēmai Transliteration B: enkathēmai Transliteration C: egkathimai Beta Code: e)gka/qhmai

English (LSJ)

A sit in or on, X.Eq.1.11; lie in ambush, ἐν τοῖς τρίβωσιν Ar.Ach.343, cf. Th.600; ἐ. καὶ ἐνεδρεύειν Aeschin.3. \206; of garrisons, lie in a place, Plb.18.11.6, J.BJ5.1.2; lie couched in, as the men in the Trojan horse, Pl.Tht.184d: metaph., ἐ. μεταξύ . . Id.Prm.156d; ἐγκαθημένον ταῖς ψυχαῖς τοῦ φόβου Plb.2.23.7; ἐμπόδιον ἐγκαθήμενον Plot.6.9.7; take one's stand upon, τῷ ῥητῷ Mich. in EN68.31.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 703] (s. ἧμαι), darin, darauf sitzen; Xen. Equ. 1, 11; ὅπως μὴ 'ν τοῖς τρίβωσιν ἐγκάθηνταί που λίθοι, daran hängen bleiben, Ar. Ach. 343; vgl. Antiphan. Ath. X, 449 c; bes. im Hinterhalt liegen, ζητεῖν ὅπου λέληθεν ἡμᾶς κρυπτὸς ἐγκαθήμενος Ar. Th. 600; καὶ ἐνεδρεύω Aesch. 3, 206; Pol. 5, 70, 8. Von Besatzungen, darin stehen, ἐν Κορίνθῳ φρουρὰς ἐγκαθημένης Pol. 17, 11, 6; vgl. Strab. XII p. 546; auch übertr., φόβου ταῖς ψυχαῖς ἐγκαθημένου Pol. 2, 23, 7.

Greek (Liddell-Scott)

ἐγκάθημαι: κάθημαι ἐντὸς ἢ ἐπί τινος, Ξεν. Ἱππ. 1. 11· ἐνεδρεύω, Ἀριστοφ. Ἀχ. 343, Θεσμ. 600, Αἰσχίν., κλ.· ἐπὶ φρουρῶν, κάθημαι ἔν τινι τόπῳ, Πολύβ. 17. 11, 6· κάθημαι ἐγκεκλεισμένος ὡς οἱ ἐν τῷ Δουρείῳ ἵππῳ, Πλάτ. Θεαίτ. 184D· ἐγκ. μεταξὺ... ὁ αὐτ. Παρμ. 156D.

French (Bailly abrégé)

seul. prés.
1 être posé ou assis dans ou sur;
2 se tenir en embuscade.
Étymologie: ἐν, κάθημαι.

Spanish (DGE)

I 1sentarse entre ὅπου λέληθεν ἡμᾶς κρυπτὸς ἐγκαθήμενος dónde se sienta escondido entre nosotras Ar.Th.600, cf. 688.
2 sentarse encima (ῥάχις) ἐγκαθῆσθαι μαλακωτέρα X.Eq.1.11, para tomar un baño de asiento ὅταν ἡ στραγγουρίη ἔχῃ, ἐν ὕδατι χλιερῷ ἐγκαθήσθω Hp.Mul.1.78, cf. 2.135.
II c. idea de ‘asentamiento’
1 gener. de pers. o grupos instalarse, habitar, estar κηφῆνες ἡμῖν εἰσιν ἐγκαθήμενοι Ar.V.1114, παραδώσω ... τοὺς ἐγκαθημένους ἐν τῇ γῇ LXX Ex.23.31, προσώχθισεν ἡ γῆ τοῖς ἐγκαθημένοις ἐπ' αὐτῆς LXX Le.18.25, cf. Ez.29.3
fig. del río Nilo περὶ δὲ τὰς ... νομὰς ἀεὶ πολὺς ἐγκάθηται Ach.Tat.4.12.4
de ejércitos y tropas asentarse como guarnición ἐν Κορίνθῳ βασιλικῆς φρουρᾶς ἐγκαθημένης Plb.18.11.6, δύο δ' ἐγκαθήμενα τῇ πόλει τάγματα I.BI 2.387, cf. Euagr.Schol.HE 6.14
gener. asentarse, acampar ἐγκαθήμενοι τὰ πολλὰ κατὰ χώραν ἔμενον I.BI 5.8, Κέλτους ἐκ τῆς χώρας σφίσιν ἀπελθεῖν μηδὲ ἐγκαθημένους φθείρειν Paus.10.22.9, ἔκριναν ... τὴν κρατίστην αὐτῶν τῆς χώρας ἐγκαθημένους δῃοῦν D.H.11.42.3.
2 c. suj. no animado o abstr. estar situado o asentado αὕτη φύσις ἄτοπός τις ἐγκάθηται μεταξὺ τῆς κινήσεώς τε καὶ στάσεως Pl.Prm.156d, ἐγκαθημένου ταῖς ψυχαῖς αὐτῶν τοῦ παλαιοῦ φόβου Plb.2.23.7, ἕως ἂν ἥδη ἡ βάσκανος ἐρινὺς ... ἐγκαθημένη πάντα σήπῃ D.H.9.45, ἡ δὲ τῆς θέας ἡδονὴ ... τοῖς στέρνοις ἐγκάθηται Ach.Tat.5.13.4, λύπας ἐγκαθημένας ἀπελαύνειν Lib.Ep.979.3, ὅση λάθρα ταῖς ψυχαῖς ἐγκαθημένη ... διεσθίει τὸν ἄνθρωπον Gr.Nyss.Instit.50.15, cf. Plot.6.9.7, Chrys.M.54.688.
3 c. idea de asechanza, de pers. apostarse o estar apostado ἐγκαθήμενοι καὶ ἐνεδρεύοντες Aeschin.3.206, ὄφις ἐφ' ὁδοῦ ἐγκαθήμενος LXX Ge.49.17, cf. Polyaen.2.37
fig. de cosas estar agazapado o emboscado ὅπως μὴ 'ν τοῖς τρίβωσιν ἐγκάθηνταί που λίθοι no sea que entre vuestros mantos queden piedras agazapadas Ar.Ach.343, ὥσπερ ἐν δουρείοις ἵπποις αἰσθήσεις ἐγκάθηνται las sensaciones están emboscadas como en caballos de Troya Pl.Tht.184d.
III medic. estar metido hasta dentro, hundido ὁ σπόνδυλός τε ἐγκάθηται Hp.Prorrh.1.87, οἱ ὀφθαλμοὶ ἐγκαθήμενοι Hp.Epid.2.2.24, τὰ ἐγκαθήμενα τῶν ὀστῶν Paul.Aeg.4.50, ῥάχιν ἐγκαθημένην Anat.Exc.10.

Greek Monolingual

ἐγκάθημαι (Α)
1. κάθομαι μέσα ή πάνω σε κάτι
2. ενεδρεύω
3. φρουρώ, φυλάσσω
4. μένω πιστός σε κάτι.

Greek Monotonic

ἐγκάθημαι: αποθ., κάθομαι μέσα ή πάνω σε κάτι, σε Ξεν.· ενεδρεύω, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἐγκάθημαι: (на или в чем-л.)
1) лежать, находиться (ἐν τοῖς τρίβωσιν Arph.): ἐγκαθημένου ταῖς ψυχαῖς αὐτῶν τοῦ παλαιοῦ φόβου Polyb. так как в них таился прежний страх;
2) сидеть (ῥάχις τοῦ ἵππου ἐγκαθῆσθαι μαλακωτέρα Xen.);
3) сидеть в засаде Arph., Aeschin., Polyb.;
4) вести осаду, осаждать Polyb.

Middle Liddell


Dep. to sit in or on, Xen.: to lie in ambush, Ar.