Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐγκατασκήπτω

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ἐγκατασκήπτω Medium diacritics: ἐγκατασκήπτω Low diacritics: εγκατασκήπτω Capitals: ΕΓΚΑΤΑΣΚΗΠΤΩ
Transliteration A: enkataskḗptō Transliteration B: enkataskēptō Transliteration C: egkataskipto Beta Code: e)gkataskh/ptw

English (LSJ)

   A fall upon, of lightning, εἴς τινα D.C.49.15; of epidemics, πολλαχόσε ἐ. Th.2.47, cf. Gal.10.880: metaph., Ph.2.471, Ael.Fr.348.    II trans., hurl down among or upon, of lightning, ἐγκατάσκηψον βέλος S.Tr.1087; κακῶν ἃ Πέρσαις ἐγκατέσκηψεν θεός A.Pers.514.

German (Pape)

[Seite 706] 1) darauf einstürmen, einbrechen; von der Pest, befallen; Thuc. 2, 47; κεραυνὸς ἐς αὐτόν D. Cass. 49, 15; a. Sp. – 2) hinein-, auf Einen schleudern; κακὰ Πέρσαις ἐγκατέσκηψε θεός Aesch. Pers. 514; βέλος Soph. Tr. 1087; Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἐγκατασκήπτω: μέλλ. -ψω, ἐμπίπτω, επιπίπτω, ἐπὶ κεραυνοῦ, εἴς τινα Δίων Κ. 49. 15· ἐπὶ ἐπιδημιῶν, ἐνσκήπτω, Θουκ. 2. 47. ΙΙ. μεταβ., ἐξακοντίζω ἐπί τι ἢ ἐναντίον τινὸς ἢ μεταξύ, ἐγκατάσκηψον βέλος Σοφ. Τρ. 1087· κακῶν, ἃ Πέρσαις ἐγκατέσκηψεν θεὸς Αἰσχύλ. Πέρσ. 514.

French (Bailly abrégé)

1 tr. lancer contre : ἐγκ. βέλος κεραυνοῦ SOPH lancer la foudre contre ; κακά τινι ἐγκ. ESCHL lancer des maux contre qqn;
2 intr. tomber sur, s’abattre sur.
Étymologie: ἐν, κατασκήπτω.

Spanish (DGE)

1 intr. caer sobre, abatirse sobre, acometer c. dat. o giro prep., de la enfermedad y otros males πολλαχόσε ... καὶ περὶ Λῆμνον καὶ ἐν ἄλλοις χωρίοις Th.2.47, cf. Heraclit.All.11.5, Paul.Aeg.5.16.3, τὰ περιττὰ ... τοῖς ἀσθενεστέροις (μορίοις) Gal.10.880, ὁ πυρετὸς ... ἐν τῷ βάθει τῶν ἀγγείων Aët.5.40, cf. Orib.Eup.2.1μ.23, τούτοις ... λιμός τε καὶ λοιμός Eus.HE 8.15.2, cf. Basil.M.31.1449C, κακὰ ... τῇ Ῥώμῃ Sud.λ 456
del rayo y otros fenómenos meteorológicos ὁρᾶται δ' οὔτ' ἐπιὼν οὔτ' ἐγκατασκήψας X.Mem.4.3.14, κεραυνὸς ἐς αὐτόν D.C.49.15.5, ἄστρον εἰς τοὺς Καρχηδονίους D.C.Epit.8.17.2, τούτῳ τοῦ βαρβαρικοῦ νέφους ἐγκατασκήψαντος Them.Or.16.208c, θηρίον ... εἰς τοὺς ... δρυμούς D.S.3.70
fig. ναοῖς ... μύσος Trag.Adesp.466, de la encarnación de Cristo εἰς αὐτήν (σάρκα) Meth.Symp.166.
2 tr. hacer caer sobre, lanzar κακῶν ἃ Πέρσαις ἐγκατέσκηψεν θεός de los males que un dios ha hecho caer sobre los persas A.Pers.514, ἐγκατάσκηψον βέλος, πάτερ, κεραυνοῦ S.Tr.1087, ἃς (νόσους) ἐγκατέσκηψαν ἡδοναὶ καὶ ἐπιθυμίαι (enfermedades) que los placeres y deseos han hecho caer (sobre las almas), Ph.2.471, ἡ κόμη ... ἐγκατασκήπτει τῷ ἐγκεφάλῳ τῆς νοτίδος τὴν βλάβην Clem.Al.Paed.3.11.62.

Greek Monolingual

ἐγκατασκήπτω (AM)
1. (για κεραυνό) πέφτω επάνω
2. (για επιδημία) ενσκήπτω
3. εκσφενδονίζω, εξακοντίζω.

Greek Monotonic

ἐγκατασκήπτω: μέλ. -ψω,
I. πέφτω σαν αστροπελέκι, κεραυνός, αστραπή· λέγεται για επιδημίες, ξεσπώ, ξεκινώ, σε Θουκ.
II. μτβ., εξακοντίζω στο μέσο ή εναντίον κάποιου, πέφτω με ορμή, λέγεται για αστροπελέκι, σε Αισχύλ., Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἐγκατασκήπτω:
1) бросать, метать (βέλος κεραυνοῦ Soph.);
2) обрушивать (κακὰ Πέρσαις Aesch.);
3) (об эпидемии) поражать, вспыхивать (ἐγκατασκῆψαι περὶ Λῆμνον καὶ ἐν ἄλλοις χωρίοις Thuc.).

Middle Liddell

fut. ψω
I. to fall upon, like lightning: of epidemics, to break out among, Thuc.
II. trans. to hurl down among or upon, properly of a thunderbolt, Aesch., Soph.