Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐγκύκλωσις

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἐγκύκλωσις Medium diacritics: ἐγκύκλωσις Low diacritics: εγκύκλωσις Capitals: ΕΓΚΥΚΛΩΣΙΣ
Transliteration A: enkýklōsis Transliteration B: enkyklōsis Transliteration C: egkyklosis Beta Code: e)gku/klwsis

English (LSJ)

εως, ἡ,

   A surrounding, encompassing, Str.2.1.36.

German (Pape)

[Seite 711] ἡ, Umzingelung, Einschließung, Strab. 2, 1, 36 u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἐγκύκλωσις: -εως, ἡ, περικύκλωσις, Στράβων 88.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
circuit.
Étymologie: ἐγκυκλόω.

Spanish (DGE)

-εως, ἡ
círculo, forma circular τὸ πλέον γε τῆς ἐγκυκλώσεως τὸ Εὐφράτην ποιεῖν Str.2.1.36.

Greek Monolingual

ἐγκύκλωσις, η (Α)
περικύκλωση.

Greek Monotonic

ἐγκύκλωσις: -εως, ἡ, περικύκλωση.

Middle Liddell

ἐγκύκλωσις, εως [from ἐγκυκλόω
a surrounding, Strab.