Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐκπλύνω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἐκπλύνω Medium diacritics: ἐκπλύνω Low diacritics: εκπλύνω Capitals: ΕΚΠΛΥΝΩ
Transliteration A: ekplýnō Transliteration B: ekplynō Transliteration C: ekplyno Beta Code: e)kplu/nw

English (LSJ)

[ῡ], fut. -

   A πλῠνῶ IG7.3073.87 (Lebad.):—wash out, esp. wash out colours from cloths, ἵνα..μὴ αὐτῶν ἐκπλύναι τὴν βαφήν Pl.R. 430a ; ἐκπλύναντας τὴν οἰσπώτην having washed out the grease and dirt, Ar.Lys.575 :—Pass., τὰ δὲ ζῷα οὐκ ἐκπλύνεσθαι the pattern is not washed out, Hdt.1.203.    II wash out, i.e. wash thoroughly, ὄναιο μέντἂν εἴ τις ἐκπλύνειέ σε Ar.Pl.1062; τὸν σαπέρδην Id.Fr.686; ἔντερα SIG1025.35 (Cos); τὰ γράμματα IGl.c. :—Med., Hdt.4.73.    III Medic., in Pass., to be evacuated, Gal.16.158.

German (Pape)

[Seite 774] (s. πλύνω), auswaschen; ζῷα, die in der Wolle sind, Her. 1, 203; τὴν βαφήν Plat. Rep. IV, 430 a; τὴν οἰσπώτην Ar. Lys. 575; τὰ ἔρια, Arist. H. A. 3, 20; vgl. Ar. Plut. 1061; – τινός τι, aus Etwas, Arist. color. 4.

Greek (Liddell-Scott)

ἐκπλύνω: ῠ, πλύνων ἀποβάλλω, ἰδίως πλύνων ἐκβάλλω χρώματα ἐξ ὑφασμάτων, ἵνα... μὴ αὐτῶν ἐκπλύναι τὴν βαφὴν Πλάτ. Πολ. 430Α· ἐκπλύνασθαι τὴν οἰσπώτην, ἀποβαλόντες διὰ τῆς πλύσεως τὴν κόπρον ἢ τὸν ῥύπον, Ἀριστοφ. Λυσ. 575.-Παθ., τὰ δὲ ζῷα οὐκ ἐκπλύνεσθαι, τὰ ζωγραφήματα δὲν ἐξαλείφονται διὰ τῆς πλύσεως, Ἡρόδ. 1.203. ΙΙ. πλύνω καὶ καθαρίζω ἐντελῶς, ὄναιο μέντἄν, εἴ τις ἐκπλύνειέ σε Ἀριστοφ. Πλ. 1062· τὸν σαπέρδην ὁ αὐτ. Ἀποσπ. 546· οὕτως ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, Ἡρόδ. 4. 73.

French (Bailly abrégé)

1 laver, enlever par un lavage, acc.;
2 laver, rendre clair, brillant.
Étymologie: ἐκ, πλύνω.

Spanish (DGE)

• Prosodia: [-ῡ-]
1 quitar lavando μὴ αὐτῶν ἐκπλύναι τὴν βαφὴν τὰ ῥύμματα ταῦτα Pl.R.430a, ἐν βαλανείῳ ἐκπλύναντας τὴν οἰσπώτην Ar.Lys.575
en v. med.-pas. irse con el lavado τὰ δὲ ζῷα οὐκ ἐκπλύνεσθαι ἀλλ' συγκαταγηράσκειν τῷ ἄλλῳ εἰρίῳ los animales (dibujados en un vestido) no se van con el lavado, sino que se van gastando junto con el resto de la lana Hdt.1.203, εἰ δ' ἐκπλυνεῖται ... τὸ ψιμύθιον Ar.Pl.1064, cf. Arist.Col.794a28
fig. ἐκπλυνεῖ κύριος τὸν ῥύπον τῶν υἱῶν LXX Is.4.4
medic. evacuar con líquido, en v. pas. ἡ ὑστέρη ἐξυγρασμένη ἐστὶ καὶ ἡ γονὴ ἐκπλύνεται la matriz está húmeda y el esperma es evacuado con el líquido Hp.Mul.1.10, cf. Gal.16.158.
2 limpiar, lavar a fondo, completamente ὄναιο μέντἄν, εἴ τις ἐκπλύνειέ σε algo ganarías tú si te hiciera alguien un lavado a fondo Ar.Pl.1062, cf. Synes.Ep.121 (= Philox.Cyth.5), τὸν σαπέρδην Ar.Fr.708, las vísceras de la víctima antes de quemarlas SIG 1025.35 (Cos IV/III a.C.), τὸν ἁρμὸν ἐγνιτρώσας καὶ ἐκπλύνας ὕδατι καθαρῷ IG 7.3073.169, cf. 87 (Lebadea II a.C.), ἔρια ... ὕδατι Dsc.2.74.1, τὰ βλέφαρα Anat.Equ.6.3, τὰ ἐκ τοῦ φαρμάκου περιττώματα Paul.Aeg.7.10.4, cf. D.H.19.5, App.Sam.7, Gal.12.478, Aët.8.68, en v. pas. ὅταν ἐκπλυθῇ ... τὸ ἔριον εἰς γάλα Arist.HA 522b3, cf. Hp.Hum.1.
3 en v. med. lavarse, limpiarse σμησάμενοι τὰς κεφαλὰς καὶ ἐκπλυνάμενοι los escitas para purificarse, Hdt.4.73.

Greek Monolingual

(AM ἐκπλύνω)
1. πλένω καλά, ξεπλένω
2. καθαρίζω ψυχικά, εξαγνίζω («τὸν βόρβορον τῶν πράξεων δάκρυσιν ἐκπλυθεῑσα», «Χαῑρε, λουτήρ, ἐκπλύνων συνείδησιν»).

Greek Monotonic

ἐκπλύνω: [ῡ], αόρ. αʹ ἐξέπλυνα·
I. ξεπλένω, βγάζω λεκέδες, ιδίως αφαιρώ χρώματα από ρούχα ή υφάσματα, σε Πλάτ. — Παθ., ξεπλυμένος, καθαρός, σε Ηρόδ.
II. πλένω και καθαρίζω εντελώς, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἐκπλύνω:
1) вымывать, смывать (ζῷα, sc. ἐγγεγραμμένα Her.; τὴν βαφήν Plat.; τὴν οἰσπώτην Arph.; τινός τι Arst.);
2) промывать, обмывать, мыть (τινά Arph.; τὸ ἔριον Arst.; τὰ ὀθόνια Plat.; med. τὴν κεφαλήν Her.).

Middle Liddell

aor1 ἐξέπλυνα
I. to wash out, esp. to wash out colours from cloths, Plat.:—Pass. to be washed out, Hdt.
II. to wash clean, Ar.