Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐκφράσσω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἐκφράσσω Medium diacritics: ἐκφράσσω Low diacritics: εκφράσσω Capitals: ΕΚΦΡΑΣΣΩ
Transliteration A: ekphrássō Transliteration B: ekphrassō Transliteration C: ekfrasso Beta Code: e)kfra/ssw

English (LSJ)

Att. ἐκφράττω, aor. 1 Pass.

   A ἐκφραχθῆναι D.S.18.35:—remove obstacles, open, Gal.11.730, D.S.l.c.

German (Pape)

[Seite 786] Verstopftes öffnen, Medic.; διώρυχα D. Sic. 18, 35.

Greek (Liddell-Scott)

ἐκφράσσω: Ἀττ. -ττω, αἴρω κωλύματα, ἀποφράττω, ἀνοίγω, Διογ. Λ. 18. 35.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): át. -ττω

• Morfología: [pas. aor. inf. ἐκφραχθῆναι D.S.18.35]
abrir, desobstruir ἐγκεχωσμένην διώρυγα D.S.l.c., τὴν ... ὀπήν Phlp.in Ph.569.26
frec. medic., c. compl. del conducto τὰς στενὰς διεξόδους Gal.6.760, τὸ σπλάγχνον Orib.Syn.9.20.4, en v. pas. ἐκφραττομένων καὶ ἀνοιγνυμένων τῶν πόρων Gal.11.730
c. compl. del objeto obstructor expulsar, eliminar, evacuar τὰς ἐμφράξεις τῶν πόρων Gal.7.293, τὸν χυμὸν τὸν ἐν τῷ σπλάγχνῳ Gal.11.110, cf. Paul.Aeg.7.5.2, κορύζας Paul.Aeg.7.22.1, cf. 7.3 (p.255)
abs. eliminar obstrucciones τῶν ἐκφράττειν δυναμένων φαρμάκων Alex.Trall.2.385.10, cf. 11, 1.579.2, Gal.11.745, 749.

Greek Monolingual

και ξεφράζωἐκφράζω, Α ἐκφράσσω, αττ. τ. ἐκφράττω)
βγάζω τον φραγμό, παραμερίζω το φράγμα, ανοίγω κάτι βουλλωμένο, φραγμένο, ξεφράζω, ξεβουλλώνω, ξεστουπώνω.

Russian (Dvoretsky)

ἐκφράσσω: расчищать, прочищать (διώρυχα Diod.).