Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐναλίγκιος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: ἐνᾰλίγκιος Medium diacritics: ἐναλίγκιος Low diacritics: εναλίγκιος Capitals: ΕΝΑΛΙΓΚΙΟΣ
Transliteration A: enalínkios Transliteration B: enalinkios Transliteration C: enaligkios Beta Code: e)nali/gkios

English (LSJ)

ον, also η, ον A.R.3.857:—

   A like, resembling, c. dat., Il. 5.5, al., Parm.8.43, Theoc.22.94, etc.: c. acc. rei, θεοῖς ἐναλίγκιος αὐδήν Od.1.371; Χεῖρας Ἄρεϊ Pi.I.8(7).41: neut. as Adv., Man.6.443.--Poet. word.

German (Pape)

[Seite 826] auch ἐναλιγκίη, Ap. Rh. 3, 857 u. öfter, ähnlich, gleich; τινί, Il. 5, 5; ἄνδρα θεοῖς ἐναλίγκια μήδε' ἔχοντα Od. 13, 89; θεοῖς ἐν. αὐδήν 1, 371, wie Hes. Sc. 88; χεῖρας Ἄρεϊ Pind. I. 7, 37; Parmen. bei Plat. Soph. 244 e u. sp. D.

Greek (Liddell-Scott)

ἐνᾰλίγκιος: -ον, ὡσαύτως η, ον, Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 857˙ ὅμοιος, ὁμοιάζων, μετὰ δοτ., συχνὸν παρ’ Ὁμ., Παρμεν. παρὰ Πλάτ. ἐν Σοφ. 244Ε, Θεόκρ. 22, 94, κτλ.˙ μετ’ αἰτ. πράγμ., θεοῖς ἐναλίγκιος αὐδὴν Ὀδ. Α. 371˙ χεῖρας Ἄρηϊ Πινδ. Ι. 8. 82: οὐδ. ὡς ἐπίρρ., Μανέθ. 6. 443. - Ἐπ. λέξις, ἴσως ἐκ τῆς αὐτῆς ῥίζης, ἐξ ἧς καὶ τὸ ἧλιξ.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
semblable : τινί τι à qqn en qch.
Étymologie: ἐν, ἀλίγκιος.

English (Autenrieth)

like, τινί τι, to some one in some respect, Od. 1.371 ; ἄντην, in countenance.

English (Slater)

ἐνᾰλίγκιος
   1 like c. dat., c. acc. respect, “υἱὸν χεῖρας Ἄρεί τ' ἐναλίγκιον στεροπαῖσί τ ἀκμὰν ποδῶν” (I. 8.37)

Spanish (DGE)

(ἐνᾰλίγκιος) -ον

• Morfología: [fem. -η A.R.3.857, 4.899; dat. masc. plu. -οισι Philox.Leuc.(e) 6]
1 semejante, parecido a c. dat., dicho de pers. y asim. (Ὕπνος) ὄρνιθι λιγυρῇ ἐ. Il.14.290, κασίγνητοι ... ἀθανάτοις ἐναλίγκιοι Od.7.5, cf. Theoc.22.94, Nicaenet.1.4, IStratonikeia 1018.1 (IV/VI d.C.), Q.S.1.209, de cosas y abstr. πῦρ, ἀστέρ' ὀπωρινῷ ἐναλίγκιον Il.5.5, cf. Od.24.148, (ἀνήρ) θεοῖς ἐναλίγκια μήδε' ἔχων Od.13.89, cf. h.Cer.101, σφαίρης ἐναλίγκιον ὄγκῳ dicho del Ser, Parm.B 8.43, ἴουλος ἄνθει ἑλιχρύσῳ ἐ. Call.Fr.274, cf. A.R.3.857, D.P.133, Orác. en Eus.PE 4.9.2, Nic.Th.802, de situaciones τῷ ... ἔην ἐναλίγκιον de la muerte de Héctor y la caída de Troya Il.22.410
c. dat. y ac. de rel., dicho de pers. Ταλθύβιος ... θεῷ ἐ. αὐδήν Il.19.250, cf. Od.1.371, Hes.Th.142, χεῖρας Ἄρεϊ Pi.I.8.37, cf. Ibyc.166.26S., A.R.4.899, IMEG 88 (imper.), no de pers. νεφροὶ ... τὴν χροιὴν δὲ ἐναλίγκιοι μήλοισιν Hp.Anat.1, cf. AP 9.802, Opp.H.1.156
c. dos dat. θεοῖς ἐ. αὐδῇ IM 129.7 (I a.C.) (= Str.14.1.41)
c. gen. λεπτᾶς ἀράχνας ἐναλιγκίοισι πέπλοις Philox.Leuc.l.c.
abs. μή τι πάθῃς ἐναλίγκιον AP 9.305 (Antip.Thess.).
2 neutr. como adv. de modo semejante a, como c. dat. ἄχθεα ... ὤμοισιν φορέοντας ... ἐναλίγκιον ὀρνίθεσσιν Man.6.443, χυτῇ ἐναλίγκια πίσσῃ Nic.Al.116.

Greek Monolingual

ἐναλίγκιος, -ον και ἐναλίγκιος, -η, -ον (Α)
όμοιος («ὄρνιθι λιγυρῇ ἐναλίγκιος», Ομ. Ιλ.)
2. (το ουδ. ως επίρρ.) ἐναλίγκιον
όμοια, παρόμοια.

Greek Monotonic

ἐνᾰλίγκιος: -ον, όμοιος, αυτός που μοιάζει, με δοτ., σε Όμηρ.· θεοῖςἐναλίγκιος αὐδήν, όμοιος με τη φωνή των θεών, σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

ἐνᾰλίγκιος: подобный, похожий (τινι Hom. и τινί τι Hom., Hes., Pind.).

Frisk Etymological English

See also: s. ἀλίγκιος.

Middle Liddell

ἐν-ᾰλίγκιος, ον adj
like, resembling, c. dat., Hom.; θεοῖς ἐναλίγκιος αὐδήν like the gods in voice, Od.

Frisk Etymology German

ἐναλίγκιος: {enalígkios}
See also: s. ἀλίγκιος.
Page 1,509