Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐνοπή

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ἐνοπή Medium diacritics: ἐνοπή Low diacritics: ενοπή Capitals: ΕΝΟΠΗ
Transliteration A: enopḗ Transliteration B: enopē Transliteration C: enopi Beta Code: e)noph/

English (LSJ)

ἡ, (ἐνέπω)

   A crying, shouting, as of birds, Τρῶες μὲν κλαγγῇ τ' ἐνοπῇ τ' ἴσαν, ὄρνιθες ὥς Il.3.2; esp. war-cry, battle-shout, μάχη ἐνοπή τε 12.35, 16.246, etc. (hence, battle, AP6.163 (Mel.)); also, cry of sorrow, ἐνοπήν τε γόον τε Il.24.160; wild cry, ἐν Φρυγίαισι βοαῖς ἐνοπαῖσί τε E.Ba.159 (lyr.).    2 generally, voice, ἐνοπήν τε πυθοίμην Od.10.147; Φοίβου . . γλώσσης ἐνοπαί E.El.1302 (anap.), cf. Hyps.Fr.11(9).13 (lyr.); νύχιοι ἐ. Id.IT1277 (lyr.); ταύρων ἐ. Nic.Th.171.    3 of things, sound, αὐλῶν συρίγγων τ' ἐνοπήν Il.10.13; ἰαχήν τ' ἐνοπήν τε, of thunder, Hes.Th.708; κιθάρας ἐ. E.Ion882 (anap.); σαρκῶν ἐ. ἠδ' ὀστέων crushing, Pi.Fr.168.—Ep. and Lyr. word, used by E. in lyr.

German (Pape)

[Seite 849] ἡ (ἐνέπω), der Ton, die Stimme des Menschen, Od. 10, 147; αὐλῶν συρίγγων τ' ἐνοπή, Klang, Ton, Schall, Il. 10, 13; ἰαχή τ' ἐνοπή τε, vom Sturm und Donner, Hes. Th. 708; μέλπων κιθάρας ἐνοπάν Eur. Ion 882; ἐν Φρυγίαισι βοαῖς ἐνοπαῖσί τε Bacch. 159; ἀοιδάων, Gesang, Ap. Rh. 1, 26; – das Geschrei, bes. Kriegs-, Schlachtruf, καὶ μάχη, Il. 3, 2. 12, 35; auch = Wehklage, γόος τε 24, 160; Kampf, Nic. Th. 171; Mel. 115 (VI, 163). So nahm Aristarch das Wort schon bei Homer Iliad. 17, 714 gradezu = Kampf, Schlacht, s. Lehrs Aristarch. ed. 2 p. 149. – Ein obscönes Wortspiel s. Ep. ad. 74 (XI, 338), wo γλῶσσαν ἐνοπὴν ποιεῖν für ἐν ὀπῇ steht.

Greek (Liddell-Scott)

ἐνοπή: ἡ, (ἐνέπω) κραυγή, φωνή, οἵα ἡ τῶν πτηνῶν, Τρῶες μὲν κλαγγῇ τ’ ἐνοπῇ τ’ ἴσαν ὄρνιθες ὣς Ἰλ. Γ. 2: ἰδίως, πολεμικὴ κραυγή, μάχη τ’ ἐνοπή τε Μ. 3, Π. 246, κτλ.: ὡσαύτως, κραυγὴ κλαιόντων, κίχε δ’ ἐνοπήν τε γόον τε Ω. 160˙ ἀγρία κραυγή, ἐν Φρυγίαισι βοαῖς ἐνοπαῖσί τε Εὐρ. Βάκχ. 159. 2) καθόλου, φωνή, ἐνοπήν τε πυθοίμην Ὀδ. Κ. 147˙ Φοίβου... γλώσσης ἐνοπαὶ Εὐρ. Ἠλ. 1302, πρβλ. Ι. Τ. 1272˙ μυκηθμός, εἰς ἐνοπὴν ταύρων Νικ. Θηρ. 171. 3) ἐπὶ πραγμάτων, ἦχος, κρότος, αὐλῶν συρίγγων τ’ ἐνοπὴ Ἰλ. Κ. 13˙ ἰαχήν τ’ ἐνοπήν τε, ἐπὶ βροντῆς, Ἡσ. Θ. 708˙ κιθάρας ἐνοπὴ Εὐρ. Ἴων 882˙ ὀστέων ἐνοπή, τριγμός, ψόφος θραυομένων ὀστῶν, Πινδ. Ἀποσπ. 150. 4. - Ἐπικ. λέξις ᾗ ἐχρήσατο καὶ ὁ Εὐρ. ἐν Λυρ. χωρίοις. - Πρβλ. ἐνέπω ἐν τέλει.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
I. voix humaine, voix ; particul.
1 voix stridente, cri;
2 cri de guerre;
3 cri de douleur;
II. en parl. de choses;
1 son (de flûte, de lyre, etc.);
2 bruit du tonnerre.
Étymologie: ἐν, R. Ϝεπ parler ; cf. ἔπος.

English (Autenrieth)

(ὄψ): voice, Od. 10.147, outcry; attributed to musical instruments, αὐλῶν σῦρίγγων τ' ἐνοπήν, Il. 10.13; esp. of the cry of battle, Il. 3.2, and figuratively for battle itself, Il. 12.35; of grief, ἐνοπήν τε γόον τε, Il. 24.160.

Spanish (DGE)

-ῆς, ἡ

• Alolema(s): dór. -ά, -ᾶς Simon.14.35(b).9, Pi.Fr.168b.5, E.El.198
1 sg. colect. vocerío, griterío
a) en cont. bélico clamor que precede o acompaña al combate Τρῶες μὲν κλαγγῇ τ' ἐνοπῇ τ' ἴσαν Il.3.2, ἀμφὶ μάχη ἐ. τε en torno lucha y griterío, Il.12.35, cf. 16.246, ἰαχή τ' ἐ. τε Hes.Th.708, cf. Triph.323
a veces casi identificado con el propio combate, batalla Κεβριόνην ... ἥρωα ἔρυσσαν Τρώων ἐξ ἐνοπῆς al héroe Cebriones sacaron de la gritería de los troyanos, e.e., del combate, Il.16.782, cf. 17.714, οὐκ ἐνοπᾶς, ἀλλὰ χορῶν ἔναρα despojos no conseguidos por el griterío de guerra sino por el triunfo de los coros del teatro AP 6.163 (Mel.), εἰς ἐνοπὴν ταύρων τε βαρυφθόγγων τε λεόντων Nic.Th.171, esp. en épica tard. δήιον εἰς ἐνοπήν Q.S.7.247, στίχες οὐρανίων ἑλίκων ... εἰς ἐνοπὴν σελάγιζον filas de órbitas celestes destellaron para la batalla Nonn.D.1.226
fig. de unos peces τῶν δ' ἐ. κέκληγεν Opp.H.5.268;
b) en cont. fúnebre clamor que acompaña al duelo κίχην δ' ἐνοπήν τε γόον τε encontré lamento y llanto, Il.24.160, οὐδεὶς θεῶν ἐνοπᾶς κλύει τᾶς δυσδαίμονος E.l.c.
2 gener., cualquier tipo de sonido, esp.:
a) voz, sonido de voz humana εἴ πως ἔργα ἴδοιμι βροτῶν ἐνοπήν τε πυθοίμην por si por algún lado veía labor de hombres o sentía una voz, Od.10.147, ἐνοπὰν ἀγανοῖσιν ... εὔφαμον Simon.l.c., cf. Emp.B 62.8, νυχίους ἐνοπάς voces nocturnas en los sueños, E.IT 1277, σμερδαλέη ἐνοπή terrorífica voz la de Ares (pero cf. 1), A.R.2.1206, ἐξ ἱερᾶς ἐνοπῆς AP 6.218 (Alc.Mess.)
en plu. palabras Φοίβου τ' ἄσοφοι γλώσσης ἐνοπαί E.El.1302, ἐν Φρυγίαισι βοαῖς ἐνοπαῖσί τε de las aclamaciones báquicas, E.Ba.159, κλύε σῶν ἱερῶν μερόπων ἐνοπάς Luc.Trag.193, ἀποτροπίοις ἐνοπαῖς Orph.A.481;
b) de aves gorgeo θηλυτέρης ἐνοπῇσι παραπλαγχθέντες ἰωῆς Opp.H.4.125;
c) de instrumentos musicales sonido, son θαύμαζεν ... αὐλῶν συρίγγων τ' ἐνοπὴν ὅμαδόν τ' ἀνθρώπων Il.10.13, cf. h.Merc.512, ἐρατὴ ... ἰωὴ θεσπεσίης ἐνοπῆς encantador rumor del son divino de la lira h.Merc.422, κιθάρας ἐνοπά E.Io 882, raro en prosa ἢν ... ὦτα βομβέῃ, ὅκως ... ἢ αὐλῶν καὶ συρίγγων ἐνοπή Aret.SD 1.3.1;
d) de algo al fuego crepitación, crujido σαρκῶν τ' ἐνοπὰν ... ἠδ' ὀστέων στεναγμόν Pi.l.c.;
e) de armas estrépito, estruendo σβέννυτο θωρήκων ἐνοπή Triph.10.

• Etimología: De *εν-Ϝοπ-ή, de la r. *u̯ek- de ἔπος, etc.

Greek Monolingual

ἐνόπη, η (Α)
σκουλαρίκι, ενώτιον.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνήθης στον πληθ. ενόπαι προήλθε από τη συνεκφορά εν οπαίς (πρβλ. διόπαι)].
ἐνοπή, η (Α)
1. φωνή, βοή, κραυγή, θρήνος («Τρῶες μὲν κλαγγῇ τ' ἐνοπῇ τ' ἴσαν ὄρνιθες ὥς», Ομ. Ιλ.)
2. (ειδ.) πολεμική κραυγή, βοή
3. γεν. φωνή («εἴ πως... βροτῶν ἐνοπήν τε πυθοίμην» — μήπως άκουγα φωνή ανθρώπων, Ομ. Οδ.)
4. (για πράγμ.) ήχος, κρότος («αὐλῶν συρίγγων τ' ἐνοπὴν ὁμαδόν τ' ἀνθρώπων» — και τον ήχο από τους αυλούς και τις φλογέρες και τη βοή τών ανθρώπων, Ομ. Ιλ.)
5. θόρυβος, τριγμός από συντριβή («σαρκῶν ἐνοπή ἠδ' ὀστέων», Πίνδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η μορφολογικά δυνατή σύνδεση της λέξεως με το ρ. εν(ν)έπω «λέγω, διηγούμαι» δεν είναι σημασιολογικά αποδεκτή
είναι προτιμότερο να θεωρηθεί ενοπή < εν-Fοπ-ή < ΙΕ ρίζα wekw- «μιλάω» (πρβλ. έπος), με προρρηματικό εν- (πρβλ. λατ. in-voco «επικαλούμαι», αρχ. πρωσ. en-wachēmai «καλούμε»].

Greek Monotonic

ἐνοπή: ἡ (ἐνέπω),
1. φωνή, κραυγή, βροντερή κραυγή, ουρλιαχτό, κρώξιμο, όπως των πτηνών, σε Ομήρ. Ιλ.· πολεμική ιαχή, στο ίδ.
2. γενικά, φωνή, σε Ομήρ. Οδ., Ευρ.
3. λέγεται για πράγματα, ήχος, κρότος, σε Ομήρ. Ιλ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἐνοπή: ἡ [ὄψ]
1) звук(и) (αὐλῶν συρίγγων τε Hom.; κιθάρας Eur.);
2) голос (γλώσσης τινός Eur.);
3) шум, крик (βοαὶ ἐνοπαί τε Eur.): μάχη ἐ. τε Hom. шум боя.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: cry, battle-cry, sound(s), voice(s) (Il.; on the meaning (but hardly completely correct), Trümpy Fachausdrücke 154f.).
Origin: IE [Indo-European] [897} *sekʷ- say or [1135] *u̯ekʷ- speak
Etymology: A connection with ἐν(ν)έπω say (Fick 1, 559, Schwyzer 460) is perhaps better than that of *ἐν-Ϝοπ-ή (to ἔπος etc.; Curtius 459, Brugmann KZ 25, 306 n. 2) for semantic reasons; but DELG thinks that a connection with ἐννέπω is impossible and prefers the oyher erymology. It presupposes a verb with ἐν-; cf. Lat. in-vocō, OPr. en-wackēmai we invoke. Cf. Perzig, Satzinhalte 251.

Middle Liddell

ἐνοπή, ἡ, ἐνέπω
1. a crying, screaming, as of birds, Il.: a war-cry, Il.
2. generally, a voice, Od., Eur.
3. of things, a sound, Il., Eur.

Frisk Etymology German

ἐνοπή: {enopḗ}
Grammar: f.
Meaning: Geschrei, Schlachtgeschrei, Getöne, Stimme (ep. lyr. seit Il.; zur Bedeutung, kaum ganz richtig, Trümpy Fachausdrücke 154f.).
Etymology : Der formal nächstliegenden Anknüpfung an ἐν(ν)έπω ansagen (Fick 1, 559, Schwyzer 460) ist vielleicht die Herleitung aus *ἐνϝοπή (zu ἔπος usw.; Curtius 459, Brugmann KZ 25, 306 A. 2) aus semantischen Gründen vorzuziehen. Sie setzt ein mit ἐν- präfigiertes Verb voraus; vgl. dazu lat. in-vocō, apreuß. en-wackēmai wir rufen an. Die Bildung war vielleicht vorgriechisch (Porzig Satzinhalte 251).
Page 1,522