Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐνυπάρχω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐνυπάρχω Medium diacritics: ἐνυπάρχω Low diacritics: ενυπάρχω Capitals: ΕΝΥΠΑΡΧΩ
Transliteration A: enypárchō Transliteration B: enyparchō Transliteration C: enyparcho Beta Code: e)nupa/rxw

English (LSJ)

A exist or be present in, τὸ ἔμβρυον τὸ ἐνυπάρχον Arist.HA 577a14; -άρχουσα ψυχή Epicur.Ep.1p.21U. 2 to be immanent or inherent, τὸ πρῶτον ἐ., = ὕλη, Arist.Ph.193a10, cf. 194b24; ἐν ἅπαντι χρόνῳ τὸ [νῦν] ἐ. ib.233b35; ἐξ ὧν (sc. στοιχείων) ἔστι τὰ ὄντα ἐνυπαρχόντων the inherence whereof is the cause of existences, Id.Metaph. 998a31, cf. 1014a26, Plot.5.3.11, Jul.Or.4.140c, etc. 3 in Logic, to be contained in, inhere, ἐνυπάρχειν τοῖς κατηγορουμένοις ἢ ἐνυπάρχεσθαι, of the predicates, to be contained in the subjects or to have them inhering, Arist.APo.73b17; ἐ. ἐν τῷ τί ἐστι ib.84a25; ἐν τῷ λόγῳ Id.Metaph.1022n29; τοῖς ὅροις Id.APr.28a6.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 860] darin vorhanden sein, Arist. Nic. 10, 4, 8 Physic. 1, 4 u. Sp.; – ἐνύπαρκτος Dionys. Ar.

Greek (Liddell-Scott)

ἐνῠπάρχω: ὑπάρχω ἢ εἶμαι ἔν τινι, τὸ ἔμβρυον τὸ ἐνυπάρχον Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 22, 18· τὸ πρῶτον ἐνυπάρχον = ὕλη, στοιχεῖον, ὁ αὐτ. Φυσ. 2. 1, 5, πρβλ. 2. 3, 2· ἐν ἅπαντι χρόνῳ τὸ νῦν ἐνυπάρχει αὐτόθι 6. 3, 1· ἐξ ὧν στοιχείων ἔστι τὰ ὄντα ἐνυπαρχόντων, ἐξ ὧν ἐνυπαρχόντων ἔστι τὰ ὄντα, Ἐμπεδ. παρ’ Ἀριστ. (Μετὰ τὰ Φυσ. 2. 3, 2, πρβλ. 4. 3, 1., 10. 1, 9). 2) ἐν τῇ λογικῇ, ὑπάρχω ἔν τινι, περιέχομαι, ἐνυπάρχειν τοῖς κατηγορουμένοις ἢ ἐνυπάρχεσθαι Ἀριστ. Ἀναλυτ. Ὕστ. 1. 4, 5, ἔνθα ἴδε Waitz· ἐν. ἐν τῷ λόγῳ αὐτόθι 1. 22, 13, πρβλ. Ἀναλυτ. Πρότ. 1. 5, 16, π. Ἑρμην. 11. 8 κἑξ., Μετὰ τὰ Φυσ. 4. 18, 3 κ. ἀλλ.

Spanish (DGE)

1 haber, hallarse, existir en frec. c. dat. loc. διαφθείρει τὸ ἔμβρυον τὸ ἐνυπάρχον Arist.HA 577a14, τὸ συριγγῶδες αὐτῇ νεῦρον οὐκ ἐνυπάρχει el nervio cavernoso no se halla en él (en el glande), Gal.8.442, cf. Philum.Ven.11.2, καθ' ἑκάστην τῶν ἐνυπαρχουσῶν αὐτοῖς διαφορῶν (hacer una notación) en cada una de las diferencias halladas en ellos (los intervalos), Aristox.Harm.49.19, τὸ μέλαν καὶ τὸ ἐρυθρὸν αὐτῷ (πορφυρῷ) ἐνυπάρχει el negro y el rojo están en él (en el color púrpura), Thphr.Sens.77 (= Democr.A 135), cf. CP 5.9.8, ἐνυπάρχουσα ἡ ψυχή οὐδέποτε ... ἀναισθητεῖ Epicur.Ep.[2] 65, cf. Phld.Po.1.70.9
fig. estar, hallarse c. giro prep. ἐν ἐπαίνῳ μείζονι παρὰ πᾶσιν ... ἐνυπάρχειν estar en mayor elogio entre todos, e.e., ser el más alabado Epiph.Const.Haer.59.4.9, θεὸς ἦν ὁ ὑπὲρ τοὺς βοηθοῦντας ἀνθρώποις ἀγγέλους ἐνυπάρχων Origenes Cels.1.60.
2 darse de manera intrínseca en, haber o existir de forma natural c. dat. ἀγρὸς ... ᾧ μυρία μὲν ... ἐνυπάρχει φυτὰ χαμαίζηλα op. ‘cultivar’, Ph.1.444, cf. A.D.Synt.83.11, τοῖς ἐντέροις ... δύναμίς τις ἐνυπάρχει πεπτικὴ σιτίων Gal.3.323, cf. 6.3, Anon.Lond.30.33, 35, ref. pers. (su carácter, cualidades, facultades) τῷ τρόπῳ πολὺ τὸ γενναῖον ... ἐνυπάρχειν Stesimbr.4, αὑτοῖς δὲ τὴν γνῶσιν ... ἐνυπάρχειν Clem.Al.Strom.2.3.10, c. ἐκ y gen. διὰ τὴν ἐκ φύσεως ... ἐνυπάρξασαν κοσμιότητα gracias a la honestidad de la que por naturaleza estaba dotado Ph.2.48
c. διά y gen. existir gracias a, fig. estar formado por c. ac. de rel. μαίανδρος ... τὴν δ' ἐκτύπωσιν ἐνυπῆρχε διὰ λιθώσεως ποικίλης y en cuanto al relieve, el meandro (de la decoración de una cratera) estaba formado por piedrecitas variadas Aristeas 74.
3 existir, haber c. dat. pos. o giro prep. τοῖς ... ἀνθρώποις εἷς νόμος Θεοῦ ... ἐνυπάρχει Const.App.1.1.7, πολλῶν ... πρὸς τὴν ἄκραν ἡμῖν φιλίαν ... ἐνυπαρχόντων Basil.Ep.204.1.
4 fil., del ser, los primeros principios, lo inteligible, etc. ser inherente o substancial c. dat. o ἐν y dat. εἶναι τὸ πρῶτον ἐνυπάρχον ἑκάστῳ (τῶν φύσει ὄντων) ser lo primero que es inherente a cada una (de las cosas que son por naturaleza), Arist.Ph.193a10, cf. 194b24, Metaph.998a31, 1014a26, Plot.5.3.11, ἐνυπάρξει ὁ τοῦ ὄντος λόγος ἐν ἅπασιν εἷς καὶ ὁ αὐτός el logos del «ser» estará substancialmente, uno y el mismo, en todas las cosas Eudem.43, αὐτῇ (οὐσίᾳ) ... οὐδὲ ἐνυπάρχοντος ἀλλοτρίου ref. la esencia de los seres inteligibles, Iul.Or.11.140c, cf. Basil.Hex.1.5
lóg. ἃ ἢ ἐνυπάρχει τοῖς ὅροις ἐξ ἀνάγκης ἢ τίθενται ὡς ὑποθέσεις Arist.APr.28a6, cf. APo.84a25, Metaph.1022a29
subst. τὰ ἐνυπάρχοντα los elementos inherentes al hombre, Ocell.38.

Greek Monolingual

(AM ἐνυπάρχω)
1. υπάρχω κάπου, υπάρχω μέσα σε κάτι
2. είμαι έμφυτος, συμφυής
αρχ.-μσν.
1. βρίσκομαι σε μια κατάσταση
2. (γ' πρόσ.) ἐνυπάρχει
υπάρχει κάτι μέσα σε κάποιον
3. υπάρχω πραγματικά
4. περιβάλλομαι
αρχ.
(λογ.) περιλαμβάνομαι, περιέχομαι.

Russian (Dvoretsky)

ἐνυπάρχω: (в чем-л.) находиться, содержаться, быть внутри (τὸ ἔμρρυον τὸ ἐνυπάρχον Arst.; πολὺ τὸ γενναῖον ἐνυπάρχει τινί Plut.): τοσοῦτον μίσους πρὸς Καίσαρα ἐνυπάρχει αὐτοῖς Plut. вот какова их ненависть к Цезарю; ἐ. τινί и ἔν τινι Arst. содержаться в чем-л., быть присущим кому(чему)-л.; τὸ ἐνυπάρχον Arst. содержание или составная часть; τὸ πρῶτον ἐνυπάρχον Arst. основная часть, первооснова; ἐν τῷ λόγῳ ἐ. Arst. входить в состав понятия, подразумеваться; ἐ. τινί ἢ ἐνυπάρχεσθαι Arst. содержаться в чем-л. или содержать (его в себе).