Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐξάδελφος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἐξάδελφος Medium diacritics: ἐξάδελφος Low diacritics: εξάδελφος Capitals: ΕΞΑΔΕΛΦΟΣ
Transliteration A: exádelphos Transliteration B: exadelphos Transliteration C: eksadelfos Beta Code: e)ca/delfos

English (LSJ)

[ᾰ], ὁ, ἡ,

   A cousin-german, TAM2.224 (Sidyma): fem. also ἐξαδέλφη CIG3891 (Eumenia).    II nephew, LXX To.1.22(25), J.AJ20.10.3.

Greek (Liddell-Scott)

ἐξάδελφος: ὁ, πρῶτος ἐξάδελφος, Συλλ. Ἐπιγρ. 4266Β. - ἐξαδέλφη, ἡ, Συλλ. Ἐπιγρ. 3891, ἴδε Φρύνιχ. 306 καὶ σημ. Λοβεκκίου ἐν τόπῳ, πρβλ. ἐξανεψιοί. 2) = ἀδελφιδοῦς Ἑβδ. (Τωβίτ, Α΄, 22, ΙΑ΄, 17), Ἰωσήπου Ἰουδ. Ἀρχ. 20. 10, σ. 979· - ἐξαδέλφη = ἀδελφιδῆ, Ἰουστ. Μάρτ. Διάλ. π. Τρύφ. σ. 237, ἔκδ. S. Thirlb. Londini 1722.

Spanish (DGE)

-ου, ὁ

• Grafía: graf. -δερφ- IEphesos 3415.8 (imper.)

• Morfología: [tb. fem. ἡ ἐ. TAM 2.224.4 (Sídima II/III d.C.), IEphesos l.c.]
1 gener. de varones primo, primo hermano, MAMA 10.221.4 (Frigia III d.C.), FXanthos 7.69.3 (imper.), SEG 44.1043.5 (Frigia III d.C.), τοῦ κρατοῦντος Soz.HE 5.2.15
en plu., de una rel. recíproca Πύρρα ἡ γύνη τοῦ Δευκαλίωνος. ἐξάδελφοι οὗτοι Sch.Pi.O.9.68b
de una mujer prima hermana, TAM l.c., IEphesos l.c.
sinón. de ἀνεψιός Ar.Byz.Fr.254, Sch.Pl.Grg.471b, αὐτανέψιοι καὶ ἀνεψιοὶ οἱ ἀδελφῶν παῖδες, οἳ καὶ καλοῦνται ἐξάδελφοι Sch.Lyc.546S. (bis), término censurado por los aticistas ἐ. ἀποδιοπομπητέον, ἀνεψιός ῥητέον Phryn.273
ἐ. πρῶτος primo hermano ἀνεψιοὺς ἢ αὐτανεψίους, ὅ ἐστιν ἐξάδελφους πρώτους Eust.303.4.
2 sobrino LXX To.1.22, 11.19, HTCarie 13.3 (I a.C.), prob. I.AI 20.236
sobrino político, MAMA 8.271 (Licaonia) en SEG 34.1319
dud. tal vez simpl. pariente Cyr.S.V.Thds.5 (p.240).

Greek Monolingual

και ξάδερφος, ο (θηλ. εξαδέλφη και ξαδέρφη και ξαδέρφισσα) (AM ἐξάδελφος, ο
θηλ. ἐξαδέλφη, Α και ἐξάδελφος, η, Μ και ἐξαδέλφισσα)
το παιδί του αδελφού ή της αδελφής του πατέρα ή της μητέρας
νεοελλ.
α) «πρώτοι εξάδελφοι» — παιδιά αδελφών
β) «δεύτεροι εξάδελφοι» — παιδιά πρώτων εξαδέλφων
γ) «τρίτοι εξάδελφοι» — παιδιά δεύτερων εξαδέλφων
αρχ.
ανεψιός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εξ + αδελφός].