Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐξαίνυμαι

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἐξαίνῠμαι Medium diacritics: ἐξαίνυμαι Low diacritics: εξαίνυμαι Capitals: ΕΞΑΙΝΥΜΑΙ
Transliteration A: exaínymai Transliteration B: exainymai Transliteration C: eksainymai Beta Code: e)cai/numai

English (LSJ)

   A take out or take away, νηΐδ' ἐνὶ πρύμνῃ ἐξαίνυτο κάλλιμα δῶρα took out (and placed), Od.15.206: in Il. always in phrase ἐξαίνυτο θυμόν, took away breath, took away life, animam eripuit, 5.155, al.; νάρθηκος νηδὺν ἐ. Nic.Al.272.

German (Pape)

[Seite 863] (s. αἴνυμαι), heraus-, wegnehmen; θυμόν, d. i. tödten, Il. 5, 155 u. öfter; δῶρα Od. 15, 206; νηδὺν νάρθηκος Nic. Al. 272; a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἐξαίνυμαι: Ἐπικ. Ἀποθ., λαμβάνω τι ἀπό τινος μέρους καὶ τοποθετῶ αυτὸ εἰς ἄλλο, νηῒ δ’ ἐνὶ πρύμνῃ ἐξαίνυτο κάλλιμα δῶρα, δηλ. ἐλάμβανε τὰ δῶρα ἐκ τοῦ ἅρματος καὶ ἔθετεν αὐτὰ ἐπὶ τῆς πρύμνης τοῦ πλοίου, Ὀδ. Ο. 206˙ ἐν Ἰλ. ἀείποτε ἐξαίνυτο θυμόν, ἀφῄρει τὴν ζωήν, ἐφόνευε, animam erpuit, Ἰλ. Ε. 155, κ. ἀλλ.˙ νάρθηκος... ἐξαίνυσο νηδὺν Νικ. Ἀλεξιφ. 272, πρβλ. ἐξαιρέω.

French (Bailly abrégé)

seul. prés. et impf. 3ᵉ sg. poét. ἐξαίνυτο;
enlever, ôter : νηῒ ἐνὶ πρυμνῇ ἐξαίνυτο δῶρα OD il enleva les présents (du char) pour les déposer sur la poupe du navire ; ἐξ. θυμόν IL ôter la vie.
Étymologie: ἐξ, αἴνυμαι.

English (Autenrieth)

take out or away, w. two accusatives, Il. 5.155; ‘took out (of the chariot and placed) in the vessel,’ Od. 15.206.

Spanish (DGE)

(ἐξαίνῠμαι)
• Morfología: [sólo tema de pres.]
1 arrancar, arrebatar el principio vital de un enemigo para matarlo φίλον δ' ἐξαίνυτο θυμόν Il.5.155, cf. 848, 20.459, ἐκ δ' αἴνυτο θυμόν Il.4.531 (tm.), c. ac. y gen. ψυχὰν ... ἐξαίνυσο πημάτων que saques mi alma de las desgracias Synes.Hymn.7.44, τέχνας χειρῶν ἐξαίνυται Man.3.24
extraer νεάτην ἐξαίνυσο νηδύν de una planta, Nic.Al.272.
2 llevarse νηῒ δ' ἐνὶ πρύμνῃ ἐξαίνυτο κάλλιμα δῶρα Od.15.206, cf. Phoronis 5.3 (var.).

Greek Monolingual

ἐξαίνυμαι (Α) αίνυμαι
1. παίρνω κάτι από ένα μέρος και το πηγαίνω σε άλλο («νηΐ δ' ἐνὶ πρύμνῃ ἐξαίνυτο κάλλιμα δῶρα», Ομ. Οδ.)
2. φρ. «ἐξαίνυτο θυμόν» — αφαιρούσε τη ζωή, εφόνευε.

Greek Monotonic

ἐξαίνῠμαι: Επικ. αποθ.· βγάζω, απάγω κάτι από κάπου, σε Ομήρ. Οδ.· με διπλή αιτ., ἐξαίνυτο θυμὸν ἀμφοτέρω, αφαιρούσε την ζωή και από τους δύο, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

ἐξαίνῠμαι:
1) вынимать: νηῒ δ᾽ ἐνὶ πρύμνῃ ἐξαίνυτο δῶρα Hom. он вынул (из колесницы и сложил) на корме дары;
2) отнимать, исторгать (θυμόν Hom.).

Middle Liddell


epic Dep. to carry off, Od.; c. dupl. acc., ἐξαίνυτο θυμὸν ἀμφοτέρω took away life from both, Il.