Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐξαναλίσκω

Sophocles, Antigone, 781
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐξανᾱλίσκω Medium diacritics: ἐξαναλίσκω Low diacritics: εξαναλίσκω Capitals: ΕΞΑΝΑΛΙΣΚΩ
Transliteration A: exanalískō Transliteration B: exanaliskō Transliteration C: eksanalisko Beta Code: e)canali/skw

English (LSJ)

pf. Pass. A ἐξανήλωμαι Hp.Nat.Puer.30, but -ανάλωμαι Pl.Com.175:—spend entirely, τὰ πλεῖστα τῶν ἰδίων ἐ. Plu.Pomp.20:— Pass., τὰ ἀλλότρι' . . ἐξανάλωται Pl.Com. l. c.; τὰ παρ' ἐμοῦ ἐξανηλωμένα D.50.15. 2 exhaust, ἐξανήλωσεν ὁ ἥλιος [τὸ ὑγρόν] Thphr. Vent.15, etc.; ἐ. δύναμιν ἔν τινι Plu.Cat.Mi.20:—Pass., to be used up, exhausted, Arist.GA750a34; εἴς τι Hp.Nat.Puer. l. c.; διὰ τῆς καθάρσεως Sor.1.31; πόνος ἐξανηλώθη Babr.95.44. 3 destroy utterly, ἐξαναλῶσαι γένος A.Ag.678:—Pass., ἐξανήλωνται δ' οἵ τ' ἴδιοι πάντες οἶκοι καὶ τὰ κοινὰ τῇ πόλει D.13.27, Aeschin.3.103.

Spanish (DGE)

(ἐξᾰνᾱλίσκω)
• Morfología: [formas c. -η- analóg.: pres. inf. ἐξανηλίσκειν PSI 441.8 (III a.C.); aor. subj. 3a sg. ἐξανηλώσῃ PSI 400.14 (III a.C.); pas. perf. ind. 3a sg. ἐξανήλωται Hp.Nat.Puer.30, Pl.Com.190.2]
I tr.
1 destruir completamente, aniquilar c. ac. de animados ἐξαναλῶσαι γένος A.A.678, ἕως ἂν ἐξαναλώσῃ σε ἀπὸ τῆς γῆς LXX De.28.21, cf. Ex.33.3, en v. pas. ἐξανηλωμένοι ἐν τῷ πολέμῳ Aeschin.3.103, ἐξαναλωθέντων τῶν βοσκημάτων I.AI 15.310
de la tierra devastar, arrasar χώρα ἐξανηλωμένη territorio devastado App.Hann.12, cf. LXX Ez.35.15.
2 c. ac. de cosa gastar completamente, agotar, consumir
a) alimentos o asim. ἐξαναλώσαντα τὰς τροφάς Thphr.HP 8.10.5, ὅσα δ' ἂν χλωρὰ τὰ κτήνη ἐξανηλώσῃ PSI 400.14 (III a.C.), (φλόξ) τὰ δ' ἐπ' αὐτοῦ (τοῦ βωμοῦ) πάντα ἐξαναλίσκει Ph.2.158, en v. pas. ὁ σῖτος ἐξαναλωθείς D.S.13.88, cf. Plu.2.697b, ἡ ἀγορὰ ... ἐξαναλωθεῖσα D.H.7.12, cf. 5.26, fig. de los lechos ajenos comparados c. los entremeses βραχὺ γάρ τι τέρψαντ' ἐξανήλωται ταχύ Pl.Com.l.c.;
b) otros bienes o recursos ἐξανηλίσκειν ... πλείω πίσσαν μάτην PSI 441.8 (III a.C.), τὰ πλεῖστα τῶν ἰδίων ἐξανηλωκώς Plu.Pomp.20, ταχὺ μάλα ἐξαναλώσαντα τὰ παρόντα D.Chr.4.104, τὸν ἱερὸν θησαυρὸν ... ἐξαναλίσκων I.BI 2.175, ὁ τὸ πλεῖστον ἐξαναλώσας ... μέλαν el que ha gastado más tinta, e.d., el que ha escrito mucho Plu.2.980a, de armas ἐξαναλώσαντες οἱ Ῥωμαῖοι τὴν πόρρωθεν ἀλκήν D.C.36.49.5, en v. pas. τὰ μὲν παρ' ἐμοῦ ἐξανηλωμένα D.50.15, ἐξανήλωνται δ' οἵ τ' ἴδιοι πάντες οἶκοι καὶ τὰ κοινὰ τῇ πόλει se han agotado completamente todos los patrimonios particulares y los fondos públicos D.13.27, ἐξαναλισκομένου τοῦ περιττώματος Arist.GA 750a34, de minas de oro σπάνιά ἐστιν ἐξαναλωμένα Str.13.1.23, οἵ τε γὰρ θησαυροὶ ἐξανάλωντο D.C.59.10.7
fig., de la fortuna de los impíos identif. c. la maldad οἱ δὲ δίκαιοι ἐξαναλώσουσιν αὐτόν (τὸν πλοῦτον) pero los justos gastarán esa (riqueza), e.e., acabarán con la maldad Euagr.Pont.Schol.Pr.134.1;
c) esp. peyor. malgastar δύναμιν ἐν πράγμασιν οὐκ ἀναγκαίοις ἐξαναλῶσαι gastar energía en asuntos no necesarios Plu.Cat.Mi.20, en v. pas. πόνος μάταιος ἐξανηλώθη Babr.95.44.
3 fisiol. consumir, absorber el agua o la humedad por efecto del calor o el fuego τὸ δὲ θερμὸν ... τὸ ὑγρὸν ἐξαναλίσκει ἐξατμίζον Arist.Pr.929b7, τὸ μὲν ἀχρεῖον τῶν σαρκῶν καὶ περιττὸν τοῖς ἱδρῶσιν ἐξαναλωκότες por medio de sudores han consumido lo inútil y superfluo de sus carnes Luc.Anach.25, ἐξανήλωσεν ... ὁ ἥλιος (τὸ ὑγρόν) Thphr.Vent.15, en v. pas. (τὸ ὑγρόν) ἐξανήλωται γὰρ ἐς τὸν νεοσσόν Hp.l.c., de un humor ἐξαναλίσκεται ἐς τὴν νοῦσον Hp.Morb.4.51, ἐξαναλισκομένου τοῦ ὑγροῦ Thphr.Ign.20, ἐξαναλίσκεται τὰ δεόμενα τῶν σπερμάτων Thphr.CP 3.9.1, τὰ δ' ὑπὸ τοῦ πυρὸς ἐξαναλωθέντα Ph.2.99, cf. 512.
II intr. en v. med.-pas. consumirse, perecer de pers. ἐξανηλώμεθα LXX Nu.17.27, τοῖς πόνοις ἐξαναλωθεὶς ἀπέθανεν I.AI 13.398, de un incendio ἐξαναλωθὲν ἐπαύσατο D.C.72.24.3.

German (Pape)

[Seite 868] (s. ἀναλίσκω), ganz verbrauchen, verwenden; τὰ ἀλλότρι' ἐξανάλωται ταχύ Plat. com. bei Ath. IX, 367 d. Übertr., ἐξαναλῶσαι γένος, zu Grunde richten, Aesch. Ag. 664; durch Geldaufwand erschöpfen, ἐξανήλωνται οἱ ἴδιοι οἶκοι Dem. 13, 27, wie 50, 15; ἐξανηλωμένοι ἐν τῷ πολέμῳ, mit παντελῶς ἀπόρως διακείμενοι verbunden, Aesch. 3, 103; ἐξανηλίσκοντο οἱ ναύκληροι Strab. 8, 378.

French (Bailly abrégé)

f. ἐξαναλώσω, pf. Pass. ἐξανήλωμαι;
1 dépenser complètement (sa fortune ou celle d'autrui) acc.;
2 consumer, épuiser, enlever (l'humidité, les forces, etc.) ; détruire (une race, une armée, etc.).
Étymologie: ἐξ, ἀναλίσκω.

Russian (Dvoretsky)

ἐξανᾱλίσκω: (fut. ἐξαναλώσω; pf. pass. ἐξανήλωμαι)
1 потреблять, растрачивать, расходовать (τὰ πλεῖστα τῶν ἰδίων εἰς τὸν πόλεμον Plut.; ἐξανήλωνται οἱ ἴδιοι πάντες Dem.);
2 истощать (δύναμιν ἐν πράγμασιν οὐκ ἀναγκαίοις Plut.): ἐξανηλωμένοι ἐν τῷ πολέμῳ Aeschin. разоренные войной; pass. подходить к концу, кончаться (ἐξαναλισκομένου τοῦ περιττώματος Arst.);
3 истреблять, искоренять (ἐξαναλῶσαι γένος Aesch.).

Greek (Liddell-Scott)

ἐξᾰνᾱλίσκω: μέλλ. -λώσω: παθ. πρκμ. ἐξανήλωμαι. Καταδαπανῶ, «κατεξοδεύω», ἐπὶ χρημάτων, Πομπήιος δέ, τὰ πλεῖστα τῶν ἰδίων ἐξανηλεκὼς Πλουτ. Πομπ. 20. ― Παθ., τὰ ἀλλότρι’ ἐξανήλωται ταχὺ Πλάτ. Κωμικ. ἐν «Φάωνι» 3· τὰ παρ’ ἐμοῦ ἐξανηλωμένα Δημ. 1211. 6. 2) ἐξαντλῶ, ἐξανήλωσεν ὁ ἥλιος τὸ ὑγρὸν Θεόφρ. π. Ἀνέμων 15, κτλ.· ἐξ. δύναμιν ἔν τινι Πλουτ. Κάτων Νεώτ. 20. ― Παθ., ἐξαναλίσκομαι, ἐξαντλοῦμαι, Ἀριστ. π. Ζ. Γεν. 3. 1, 17· πόνος ἐξανηλώθη Βαβρ. 95. 44. 3) καταστρέφω, ἐξαφανίζω ὁλοσχερῶς, ἐξαναλῶσαι γένος Αἰσχύλ. Ἀγ. 678. ― Παθ., ὡσαύτως, ἐξανήλωνται δὲ οἵ τε ἴδιοι πάντες οἶκοι καὶ τὰ κοινὰ Δημ. 174. 13, Αἰσχίν. 68. 19· πρβλ. δαπανάω.

Greek Monolingual

ἐξαναλίσκω και έξαναλῶ, -όω, Μ και ἐξαναλώνω (AM) αναλίσκω
1. ξοδεύω εντελώς, καταδαπανώ, καταξοδεύω («καὶ τὰ μὲν παρ' έμοῦ ἐξανηλωμένα», Δημοσθ.)
2. εξαντλώ, φθείρω
(«[τὸ ὑγρὸν] ἐξανήλωσεν ὁ ἥλιος», Θεόφρ.)
3. καταστρέφω εντελώς, αφανίζωοὔπω θέλοντος ἐξαναλῶσαι γένος», Αισχύλ.)
μσν.
καταβροχθίζω.

Greek Monotonic

ἐξανᾱλίσκω: μέλ. -ανᾱλώσω, Παθ. παρακ. -ανήλωμαι·
1. καταξοδεύω, κατασπαταλώ, σε Δημ.· εξαντλώ, σε Πλούτ.
2. καταστρέφω εντελώς, αφανίζω, σε Αισχύλ. — Παθ., σε Δημ.

Middle Liddell

fut. -ανᾱλώσω perf. pass. -ανήλωμαι
1. to spend entirely, Dem.:— to exhaust, Plut.
2. to destroy utterly, Aesch.:—Pass., Dem.