Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐξελεγκτέος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἐξελεγκτέος Medium diacritics: ἐξελεγκτέος Low diacritics: εξελεγκτέος Capitals: ΕΞΕΛΕΓΚΤΕΟΣ
Transliteration A: exelenktéos Transliteration B: exelenkteos Transliteration C: ekselegkteos Beta Code: e)celegkte/os

English (LSJ)

α, ον,

   A to be refuted, Pl.Grg.508a.

Greek (Liddell-Scott)

ἐξελεγκτέος: -α, -ον, ῥημ. ἐπίθ. τοῦ ἐξελέγχω, ὃν δεῖ ἐξελέγχειν, Πλάτ. Γοργ. 508Α.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
adj. verb. de ἐξελέγχω.

Greek Monotonic

ἐξελεγκτέος: -α, -ον, ρημ. επίθ., αυτός που πρέπει κάποιος να αντικρούσει ή να ελέγξει, σε Πλάτ.

Middle Liddell

ἐξελεγκτέος, η, ον adj verb. adj.]
to be refuted, Plat. [from ἐξελέγχω