Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐξερῶ

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἐξερῶ Medium diacritics: ἐξερῶ Low diacritics: εξερώ Capitals: ΕΞΕΡΩ
Transliteration A: exerō̂ Transliteration B: exerō Transliteration C: eksero Beta Code: e)cerw=

English (LSJ)

   A v. ἐξερέω (A).

Greek (Liddell-Scott)

ἐξερῶ: ἴδε ἐξερέω Α.

French (Bailly abrégé)

v. ἐξερέω.

Greek Monolingual

(I)
–άω / ἐξερῶ (AM)
1. ξερνώ
2. αφήνω να πέσει κάτω, χύνω
αρχ.
1. αδειάζω
2. (για κύβο, ζάρι) ρίχνω
3. βγάζω αέρα από τους πνεύμονες
4. ρεύομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. εξερώ —όπως και τα απερώ, διερώ— έχει πιθ. ως β' συνθετ. τη λ. έρα «γη», άν ληφθεί υπ' όψιν το σχόλιο στον Αριστοτέλη: «ἐξεράσω εἰς τὴν γῆν μεταβαλῶ, ἔρα γὰρ ἡ γῆ»].
(II)
–έω / ἐξερῶ (Α) (επικ. τ. του εξέρομαι)
1. ρωτώ να μάθω
2. ρωτώ κάποιον
3. εξερευνώ
(«κνημοὺς ἐξερέησι καὶ ἄγκεα ποιήεντα», Ομ. Ιλ.)
4. αναζητώ.
(III)
–έω / ἐξερῶ (μέλλ. του εξαγορεύω)
θα πω καθαρά, με σαφήνεια.

Greek Monotonic

ἐξερῶ: βλ. ἐξερέω Α.

Russian (Dvoretsky)

ἐξερῶ: (= ἐξερέω) fut. к ἐκλέγω.