Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐξεύρημα

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: ἐξεύρημα Medium diacritics: ἐξεύρημα Low diacritics: εξεύρημα Capitals: ΕΞΕΥΡΗΜΑ
Transliteration A: exeúrēma Transliteration B: exeurēma Transliteration C: ekseyrima Beta Code: e)ceu/rhma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A thing found out, invention, Hdt.1.53,94,171, A.Th.649, Metrod.Fr.7 (pl.); ἐ. σοφόν Ar.Ec.578 (lyr.); Παλαμηδικὸν . . τοὐξεύρημα Eup.351.6; τὰ καλὰ τῆς ψυχῆς ἐ. Metrod.Fr.6; stratagem, Phryn. Com.22 (pl.).

German (Pape)

[Seite 880] τό, das Ausgefundene, Erfindung; Aesch. Spt. 631; Soph. O. C. 211; Eupol. Ath. I, 12 d; im plur., Her. 1, 53, Folgde; vgl. ἐξεύρεμα u. Lob. a. a. O.

Greek (Liddell-Scott)

ἐξεύρημα: τό, ἐφεύρεσις, ἑωυτῶν ἐξεύρημα γενέσθαι Ἡρόδ. 1. 94· καί σφι τριξὰ ἐξευρήματα ἐγένετο, τοῖσι οἱ Ἕλληνες ἐχρήσαντο αὐτόθι 171, Αἰσχύλ. Θήβ. 649· ἐξ σοφὸν Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 578· Παλαμηδικόν... τοὐξεύρημα Εὔπολ. ἐν Ἀδήλ. 2· στρατηγίας πλήθει τε κἀξευρήμασιν Φρύν. Κωμ. ἐν «Μονοτρόπῳ» 4.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
invention, découverte.
Étymologie: ἐξευρίσκω.

Greek Monolingual

το (AM ἐξεύρημα) εξευρίσκω
το αποτέλεσμα της εξεύρεσης
αρχ.
επινόημα για εξαπάτηση.

Greek Monotonic

ἐξεύρημα: -ατος, τό, αυτό που βρίσκεται, εφεύρεση, τέχνασμα, σε Ηρόδ., Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

ἐξεύρημα: ατος τό выдумка, изобретение Aesch., Her., Arph., Plut.

Middle Liddell

ἐξεύρημα, ατος, τό, [from ἐξευρίσκω
a thing found out, an invention, Hdt., Aesch.