Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐξεύρημα

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ἐξεύρημα Medium diacritics: ἐξεύρημα Low diacritics: εξεύρημα Capitals: ΕΞΕΥΡΗΜΑ
Transliteration A: exeúrēma Transliteration B: exeurēma Transliteration C: ekseyrima Beta Code: e)ceu/rhma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A thing found out, invention, Hdt.1.53,94,171, A.Th.649, Metrod.Fr.7 (pl.); ἐ. σοφόν Ar.Ec.578 (lyr.); Παλαμηδικὸν . . τοὐξεύρημα Eup.351.6; τὰ καλὰ τῆς ψυχῆς ἐ. Metrod.Fr.6; stratagem, Phryn. Com.22 (pl.).

German (Pape)

[Seite 880] τό, das Ausgefundene, Erfindung; Aesch. Spt. 631; Soph. O. C. 211; Eupol. Ath. I, 12 d; im plur., Her. 1, 53, Folgde; vgl. ἐξεύρεμα u. Lob. a. a. O.

Greek (Liddell-Scott)

ἐξεύρημα: τό, ἐφεύρεσις, ἑωυτῶν ἐξεύρημα γενέσθαι Ἡρόδ. 1. 94· καί σφι τριξὰ ἐξευρήματα ἐγένετο, τοῖσι οἱ Ἕλληνες ἐχρήσαντο αὐτόθι 171, Αἰσχύλ. Θήβ. 649· ἐξ σοφὸν Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 578· Παλαμηδικόν... τοὐξεύρημα Εὔπολ. ἐν Ἀδήλ. 2· στρατηγίας πλήθει τε κἀξευρήμασιν Φρύν. Κωμ. ἐν «Μονοτρόπῳ» 4.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
invention, découverte.
Étymologie: ἐξευρίσκω.

Greek Monolingual

το (AM ἐξεύρημα) εξευρίσκω
το αποτέλεσμα της εξεύρεσης
αρχ.
επινόημα για εξαπάτηση.

Greek Monotonic

ἐξεύρημα: -ατος, τό, αυτό που βρίσκεται, εφεύρεση, τέχνασμα, σε Ηρόδ., Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

ἐξεύρημα: ατος τό выдумка, изобретение Aesch., Her., Arph., Plut.

Middle Liddell

ἐξεύρημα, ατος, τό, [from ἐξευρίσκω
a thing found out, an invention, Hdt., Aesch.

English (Woodhouse)

ἐξεύρημα = contrivance, invention, thing discovered, thing invented

⇢ Look up "ἐξεύρημα" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)