Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπαξόνιος

Sophocles, Antigone, 781
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐπαξόνιος Medium diacritics: ἐπαξόνιος Low diacritics: επαξόνιος Capitals: ΕΠΑΞΟΝΙΟΣ
Transliteration A: epaxónios Transliteration B: epaxonios Transliteration C: epaksonios Beta Code: e)paco/nios

English (LSJ)

ον, (A ἄξων 1) upon an axle, δίφρῳ Theoc.25.249 (v.l. ἐν ἀξ-).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 904] über der Achse, δίφρος Theocr. 25, 249, v.l. ἐναξ.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπαξόνιος: -ον, (ἄξων) ὁ στηριζόμενος ἐπὶ ἄξονος, ἐπαξονίῳ κύκλα δίφρῳ Θεόκρ. 25. 249· διάφ. γραφ. ἐναξ-. (ἵν’ ἀξόνι’ ᾖ κύκλα δίφρῳ Ahrens).

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui repose sur l’essieu.
Étymologie: ἐπί, ἄξων.

Greek Monolingual

ἐπαξόνιος, -ον (Α)
αυτός που βρίσκεται ή στηρίζεται πάνω στον άξονα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + άξων].

Greek Monotonic

ἐπαξόνιος: -ον (ἄξων), αυτός που κινείται ή βρίσκεται πάνω σε άξονα, δίφρος, σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

ἐπαξόνιος: покоящийся на оси (δίφρος Theocr. - v.l. ἀξόνιος).

Middle Liddell

ἐπ-αξόνιος, ον ἄξων
upon an axle, δίφρος Theocr.