Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπαχνίδιος

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: ἐπαχνίδιος Medium diacritics: ἐπαχνίδιος Low diacritics: επαχνίδιος Capitals: ΕΠΑΧΝΙΔΙΟΣ
Transliteration A: epachnídios Transliteration B: epachnidios Transliteration C: epachnidios Beta Code: e)paxni/dios

English (LSJ)

α, ον, (ἄχνη)

   A lying like down upon; κόνις AP9.556 (Zon.).

Greek (Liddell-Scott)

ἐπαχνίδιος: -α, -ον, (ἄχνη) ἐπικαθήμενος ὡς ἄχνη, ἐπαχνιδίαν ὡς ἀπέλουσε κόνιν Ἀνθ. ΙΙ. 9. 556.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
qui vole comme un brin de paille.
Étymologie: ἐπί, ἄχνα.

Greek Monolingual

ἐπαχνίδιος, -α, -ον (Α)
αυτός που κάθεται πάνω σε κάτι, που προσκολλάται σε κάτι σαν άχνη.

Greek Monotonic

ἐπαχνίδιος: -α, -ον (ἄχνη), αυτός που επικάθεται, που κάθεται πάνω σε κάτι όπως η σκόνη, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ἐπαχνίδιος: (ῐδ) покрывающий словно росой или пухом (κόνις Anth.).

Middle Liddell

ἐπ-αχνίδιος, η, ον ἄχνη
lying like dust upon, Anth.