Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπιγέννημα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἐπιγέννημα Medium diacritics: ἐπιγέννημα Low diacritics: επιγέννημα Capitals: ΕΠΙΓΕΝΝΗΜΑ
Transliteration A: epigénnēma Transliteration B: epigennēma Transliteration C: epigennima Beta Code: e)pige/nnhma

English (LSJ)

Dor.ἐπιγένν-ᾱμα (Ps.Archyt. ap.Stob.3.1.112), ατος, τό,

   A that which grows upon: hence, coating of the tongue, Hp.Coac.225.    2. superfetation, Steph.in Hp.2.470D.    II. that which is produced after, Plu.2.637e, Longin. 6; κατὰ ἐ. accidental, opp. congenital, Antyll. ap. Orib.50.2.1.    2. result, consequence, Plb.Fr.41 (pl.), Phld.Ir.p.40 W., al.; ἡ ἑβδόμη ἐ. ἑξάδος Ph.1.237; as philosoph. term of the Stoics, subsequent manifestation, Stoic.3.19.Chrysipp.ib.3.43.    3. Medic. (καθάπερ ἐν ταῖς ἀρρωστίαις Plb.l.c.), after-symptom, Gal.7.43, Erasistr. ap. eund.14.729; σύμπτωμά ἐστι τοῦ πάθους ἐ. Gal.19.395.

German (Pape)

[Seite 932] τό, das Nacherzeugte, Nachgewachsene, Ocell. Luc. 1, 8. – Bei den Medic. = σύμπτωμα. – Bei den Stoikern, was aus etwas Vorhergegangenem folgt, D. L. 7, 86; Plut.; das Ergebniß, Long. 6, 1.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπιγέννημα: Δωρ. -ᾱμα, τό, τὸ αὐξανόμενον ἢ γινόμενον ἐπί τινος, Ἱππ. 156A. ΙΙ. τὸ ὕστερον γεννώμενον, παραγόμενον, Πλούτ. 2. 637E:- ἀποτέλεσμα, ἐπακολούθημα, Πολυβ. Ἀποσπ. Γραμμ. 55· ὡς φιλοσοφ. ὅρος τῶν Στωϊκῶν, Ἀρχύτ. παρὰ Στοβ. 15. 1, Διογ. Λ. 7. 86, Λογγῖν. 6. 2) παρ’ Ἰατρ., κατόπιν παρουσιαζόμενον σύμπτωμα, Πλούτ. 2. 910E, Γαλην.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
ce qui naît ou est produit après :
1 rejeton, produit;
2 t. de philos. stoïc. résultat, conséquence;
3 t. de méd. accident qui survient ; symptôme (d’un état morbide).
Étymologie: ἐπιγεννάω.

Greek Monolingual

το (AM ἐπιγέννημα) επιγεννώ
1. αυτό που γίνεται ή αναπτύσσεται επάνω σε κάτι
2. αυτό που γίνεται μετά από κάτι («τὸ δὲ ᾠὸν ἐπιγέννημα εἶναι... μετὰ τροφὴν και πέψιν», Πλούτ.)
αρχ.
1. το επίχρισμα της γλώσσας
2. μεταγενέστερο σύμπτωμα νόσου
3. (φιλοσ.) αποτέλεσμα.

Russian (Dvoretsky)

ἐπιγέννημα: ατος, τό
1) порождение, плод (φὸ ᾠὸν ἐ. ἐστιν Plut.);
2) филос. (у стоиков) побочный результат, (по)следствие Diog. L.;
3) мед. побочное явление, симптом (ὁ πυρετὸς ἐ. ἐστιν Plut.).