Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπιμελής

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: ἐπιμελής Medium diacritics: ἐπιμελής Low diacritics: επιμελής Capitals: ΕΠΙΜΕΛΗΣ
Transliteration A: epimelḗs Transliteration B: epimelēs Transliteration C: epimelis Beta Code: e)pimelh/s

English (LSJ)

ές,

   A careful or anxious about, ἀγαθῶν Pl.Smp.197d; τῶν φιλῶν X.Mem.2.6.35, etc.; also ἐ. περὶ τὰ αὑτῶν ἔργα ib.3.4.9.    2. abs., careful, attentive, Ar. Nu.501, X.Mem.2.6.38, etc.: Comp. -εστέρα ψυχή S.Fr.472, cf. X. An.3.2.30: Sup., Isoc.4.142; -εστέραν ἔχειν ἑτέρου θεραπείαν Men. 223.9. Adv. -λῶς carefully, X.Mem.2.4.2, Pl.Ti.88c, Men.Pk.32, etc.; Ion. -λέως Hp.Art.55; Cret. -λίως SIG685.118 (Itanos): Comp. -έστερον X.Mem.3.5.14; -έστερα SIG785.9; -εστέρως Ath.14.629b: Sup. -έστατα Pl.Alc.1.104d.    II. Pass., cared for, an object of care, οἱ τοῦτ' ἦν ἐπιμελές Hdt.3.40; οἷς ἁγνεῖαι . . ἐπιμελεῖς Pl.Lg. 909e; τὸ ἐ. τοῦ δρωμένου the charge of the execution of orders, Th.5.66: mostly in neut. ἐπιμελές, c. dat. pers., Κύρῳ ἐπιμελὲς ἐγένετο τὰ Κροῖσος εἶπε made him anxious, Hdt.1.89, cf. 5.12,7.37; ἐ. μοι ἦν it was my business, Id.2.150: c.inf., οὐδενὶ ἐ. ἦν σκοπεῖν it was no one's business to see, Antipho 2.4.6; οἷς ἐ. εἴη εἰδέναι who made it their business to know, Th.1.5, cf. D.18.249; ἐ. πεποίημαι εἰδέναι Pl.Smp. 172c; τοῖς ἄρχουσιν ἐ. ἔστω μή . . Id.Lg.932d: c. dat. et gen., οἷς τούτων . ib.763e, cf. 824; δεῖπερὶ ἀρετῆς ἐ. εἶναι τῇ πόλει Arist.Pol. 1280b7.    2. suitable, τόπος POxy.1412.11 (iii A.D.).

German (Pape)

[Seite 961] ές, 1) akt., Sorge tragend, sorgend, besorgt, für Etwas, τινός, z. B. τῶν ξυμμάχων Xen. Cyr. 4, 2, 38; ἀγαθῶν Plat. Conv. 197 d, wie Legg. X, 900 c u. Folgde; absolut, ἢν ἐπιμελὴς ὦ καὶ προθύμως μανθάνω Ar. Nubb. 501; ἐπιμελέστατος στρατηγῶν Κόνων Isocr. 4, 142, der eifrigste in seinem Berufe, wie δεῖ τοὺς ἄρχοντας ἐπιμελεστέρους γίγνεσθαι τοὺς νῦν τῶν πρόσθεν Xen. An. 3, 2, 30; ἐπιμελεστέραν θεραπείαν ἔχειν Men. Stob. flor. 106, 8. – Auch περί τι, Xen. Mem. 3, 4, 9. – 2) pass., wofür man sorgt, was Einem am Herzen liegt, οἷς ἁγνεία τούτων ἐπιμελής Plat. Legg. X, 909 e; bes. neutr. ἐπιμελές τινί ἐστιν od. γίγνεται, es liegt Einem am Herzen, er läßt es sich angelegen sein, τί, Her. 3, 40; ἐπιμελές μοι ἦν ὁρᾶν 2, 150; οἷς ἐπιμελὲς εἴη εἰδέναι Thuc. 1, 5, wie Dem. 19, 59; οἷς ἐπιμελὲς ἦν κακῶς ἐμὲ ποιεῖν 18, 249; τοῖς ἄρχουσιν ἐπιμελὲς ἔστω, μή τις ἀδικῇ, sie sollen dafür Sorge tragen, Plat. Legg. XI, 932 d; ἐπιμελὲς πεποίημαι εἰδέναι, Conv. 172 c, wie D. Hal. de Thuc. 2, 7; – τινός, z. B. ὅσοις ἀνδρείας τῆς θείας ἐπιμελές Plat. Legg. VII, 824 b; Folgde. wie τούτων πάντων ἐπιμελές ἐστι τῇ συγκλήτῳ Pol. 6, 13, 5; τὸ ἐπιμελὲς τοῦ δρωμένου πολλοῖς προσήκει Thuc. 3, 66, vom Schol. ἐπιμέλεια erklärt. – Bei Her. 1, 89 ἐπιμελὲς ἐγένετο τῷ Κύρῳ τὰ Κροῖσος εἶπε, es machte ihn stutzig, erregte seine Aufmerksamkeit, vgl. 5, 12. 7, 37. – Adv. ἐπιμελῶς, sorgfältig, eifrig, Plat. Tim. 88 c u. Folgde; ἐπιμελεστέρως, Ath. XIV, 629 b.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπιμελής: -ές, (μέλομαι) ὁ ἐπιμελούμενος ἢ φροντίζων περί τινος, ἔχων τὴν φροντίδα τινός, ἐπιμελὴς ἀγαθῶν, ἀμελὴς κακῶν Πλάτ. Συμπ. 197D, Ξεν. Ἀπομν. 2. 6, 35, κτλ.: - ἐπ. περί τι αὐτόθι Ἀπομν. 3. 4, 2. 2) ἀπολ., ἐπιμελής, προσεκτικός, Σοφ. Ἀποσπ. 419, Ἀριστοφ. Νεφ. 501· οὕτως, ἐν τῷ συγκρ. καὶ ὑπερθ., Ξεν. Ἀν. 3. 2, 30. Ἰσοκρ. 70Β· ὁ κράτιστος ἵππος ἐπιμελεστέραν ἔχει ἑτέρου θεραπείαν Μένανδ. ἐν «Θεοφορουμένῃ» 2. 9. - Ἐπίρρ. -λῶς, μετ’ ἐπιμελείας, Πλάτ. Τίμ. 88C, κ. ἀλλ.· Ἰων. ἐπιμελέως, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 822· Συγκρ. -εστέρως, Ἀθήν. 629D· Ὑπερθ. -έστατα, Πλάτ. Ἀλκ. 2. 104D. ΙΙ. Παθ., περὶ οὗ φροντίζει τις, ἀλλ’ οἷ τοῦτ’ ἦν ἐπιμελές, ἀλλ’ εἰς αὐτὸν τοῦτο ἦτο ἀντικείμενον φροντίδος, Ἡρόδ. 3. 40· οἷς ἁγνεία τούτων ἐπιμελὴς Πλάτ. Νόμ. 909D· τὸ ἐπιμελὲς τοῦ δρωμένου πολλοῖς προσήκει, «καὶ ἡ ἐπιμέλεια τοῦ ἔργου ἀνήκει τοιουτοτρόπως εἰς πολλούς» (Δούκας), Θουκ. 5. 66· - τὸ πλεῖστον κατ’ οὐδ. ἐπιμελές, μετὰ δοτ. προσ., Κύρῳ δὲ ἐπιμελὲς ἐγένετο τὰ Κροῖσος εἶπε, οἱ λόγοι τοῦ Κροίσου ἔκαμαν ἐντύπωσιν εἰς τὸν Κῦρον, εἵλκυσαν τὴν προσοχὴν αὐτοῦ, Ἡρόδ. 1. 87, πρβλ. 5. 12., 7. 37· ἐπιμελὲς γὰρ δή μοι ἦν, διότι τοῦτο διήγειρε τὴν περιέργειάν μου, δηλ. ὁρᾶν τὸν χοῦν ὁ αὐτ. 2. 150· μετ’ ἀπαρ., οὐδενὶ γὰρ ἐπιμελὲς ἦν σκοπεῖν ταῦτα, διότι οὐδεὶς ἐφρόντιζε να παρατηρῇ ταῦτα, Ἀντιφῶν Τετραλ. Α. 4. 7· οἷς ἐπ. ἦν εἰδέναι, ὅσοι εἶχον τὴν περιεργίαν ἢ ἤθελον νὰ μάθωσι, Θουκ. 1. 5, πρβλ. Δημ. 310. 4· οὕτως, ἐπ’ ποιοῦμαι εἰδέναι Πλάτ. Συμπ. 172Ε· τοῖς ἄρχουσι δὲ ἐπιμελὲς ἔστω μή τις.., οἱ δὲ ἄρχοντες νὰ φροντίζωσι μήπως τίς..., Πλάτ. Νόμ. 932D· οἷς τούτων ἐπιμελὲς αὐτόθι 763Ε, πρβλ. 824Β· δεῖ περὶ ἀρετῆς ἐπ. εἶναι τῇ πόλει Ἀριστ. Πολιτικ. 2. 3. 8.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
1 qui prend soin de, qui s’occupe de, soigneux de, attentif à, gén. ; τὸ ἐπιμελές THC soin ou sollicitude pour;
2 dont on prend soin, dont on s’occupe : ἐπιμελές τινί ἐστί ou γίγνεταί τι ou τινος qqn a (ou prend) qch à cœur ; τινι ἐπιμελές ἐστι avec l’inf. on se préoccupe de;
Cp. ἐπιμελέστερος, Sp. ἐπιμελέστατος.
Étymologie: ἐπιμελέομαι.

Greek Monolingual

-ές (AM ἐπιμελής, -ές) επιμελούμαι
αυτός που ασχολείται με ιδιαίτερη φροντίδα με κάτι, εργατικός (α. «επιμελής μαθητής» β. «ἐπιμελὴς ἀγαθῶν», Πλάτ.
γ. «ἢν ἐπιμελὴς ὦ καὶ προθύμως μανθάνω», Αριστοφ.)
αρχ.
1. αυτός για τον οποίο φροντίζει κανείς («ἀλλὰ οἱ τοῡτ’ ἧν ἐπιμελές», Ηρόδ.)
2. αρμόδιος, πρόσφορος, κατάλληλος
3. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐπιμελές
η προσοχή, η περιέργεια, ο σκοπός.

Greek Monotonic

ἐπιμελής: -ές (μέλομαι),
I. 1. αυτός που φροντίζει ή επιμελείται κάτι, αυτός που έχει την επιμέλεια, την φροντίδα ενός πράγματος, με γεν., σε Πλάτ., Ξεν.· τὸ ἐπιμελές τινος = ἐπιμέλεια, σε Θουκ.
2. απόλ., προσεκτικός, επιμελής, σε Αριστοφ., Ξεν.
II. Παθ., αυτός που φροντίζεται, το αντικείμενο φροντίδας, σε Ηρόδ.· ἐπιμελές μοι ἦν, ήταν δουλειά, υποχρέωση μου, στον ίδ., σε Αττ.

Russian (Dvoretsky)

ἐπιμελής:
1) заботящийся, имеющий попечение (ἀγαθῶν Plat.; τέκνων Arst.; ἀνθρώπων Plut.; περὶ τὰ αὑτῶν ἔργα Xen.);
2) заботливый, усердный (δεῖ τοὺς ἄρχοντας ἐπιμελεοτέρους γενέσθαι τοὺς νῦν τῶν πρόσθεν Xen.);
3) являющийся предметом заботы (τινι Her., Thuc., Dem.): ἐπιμελὲς πεποίημαι εἰδέναι ὅ τι ἂν λέγῃ ἢ πράττῃ Plat. я стараюсь узнать, что он говорит или делает; τοῖς ἄρχουσι ἐπιμελὲς ἔστω μή τις ἀδικῇ τὸν τοιοῦτον Plat. пусть правители позаботятся, чтобы никто его не обидел; οὐδενὶ ἐπιμελές ἐστι περὶ αὐτοῦ Arst. никому до него дела нет; τούτων πάντων ἐπιμελές ἐστι τῇ συγκλήτῳ Polyb. всем этим ведает (римский) сенат.

Middle Liddell

μέλομαι
I. careful or anxious about, put in charge of a thing, c. gen., Plat., Xen.:— τὸ ἐπιμελές τινος = ἐπιμέλεια, Thuc.
2. absol. careful, attentive, Ar., Xen.
II. Pass. cared for, an object of care, Hdt.; ἐπιμελές μοι ἦν it was my business, Hdt., attic