Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπισταμένως

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

German (Pape)

[Seite 982] verständig, geschickt, εὖ καὶ ἐπ. Il. 10, 265; μῦθον ἐπ. κατέλεξας Od. 11, 368; Hes. O. 107; Xen. Cyr. 1, 1, 3.

French (Bailly abrégé)

adv.
habilement, avec art.
Étymologie: ἐπίσταμαι¹.

English (Autenrieth)

(ἐπίσταμαι): skilfully.

Greek Monolingual

(AM ἐπισταμένως)
επίρρ. νεοελλ. προσεκτικά, με γνώση και πείρα («να ερευνήσει επισταμένως»)
αρχ.-μσν.
με ικανότητα, με γνώση («λόγον ἐκκορυφώσω εὖ καὶ ἐπισταμένως», Ησίοδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < μτχ. επιστάμενος του επίσταμαι].

Russian (Dvoretsky)

ἐπιστᾰμένως: искусно, умело, ловко (εὖ καὶ ἐ. Hom.).