Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπιχειρητής

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ἐπιχειρητής Medium diacritics: ἐπιχειρητής Low diacritics: επιχειρητής Capitals: ΕΠΙΧΕΙΡΗΤΗΣ
Transliteration A: epicheirētḗs Transliteration B: epicheirētēs Transliteration C: epicheiritis Beta Code: e)pixeirhth/s

English (LSJ)

οῦ, ὁ,

   A an enterprising person, opp. ἄτολμος, Th.8.96, cf. D.C.59.17: c. gen., ready to attempt, παντός Pl.Ti.69d.

German (Pape)

[Seite 1003] ὁ, der Unternehmer, unternehmend, Ggstz ἄτολμος, Thuc. 8, 96; παντὸς ἔρως Plat. Tim. 69 d; Sp., z. B. D. Cass. 59, 17.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπιχειρητής: -οῦ, ὁ, τολμηρὸς εἰς τὸ ἐπιχειρεῖν τι, ἀντίθετον τῷ ἄτολμος. Θουκ. 8. 96· ἐπ. τινος, ἕτοιμος νὰ ἐπιχειρήσῃ τι, Πλάτ. Τίμ. 69D.

French (Bailly abrégé)

οῦ;
adj. m.
entreprenant, qui entreprend, qui tente, gén..
Étymologie: ἐπιχειρέω.

Greek Monolingual

ἐπιχειρητής, ὁ (Α) επιχειρώ
1. τολμηρός, δραστήριος («oἱ μὲν ὀξεῑς οἱ δὲ βραδεῑς, καὶ οἱ μὲν ἐπιχειρηταὶ οἱ δὲ ἄτολμοι», Θουκ.)
2. έτοιμος να επιχειρήσει κάτιἐπιχειρητής παντός»).

Greek Monotonic

ἐπιχειρητής: -οῦ, ὁ, τολμηρός άνθρωπος, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἐπιχειρητής: οῦ ὁ предприимчивый, решительный человек (οἱ μὲν ἐπιχειρεταί, οἱ δὲ ἄτολμοι Thuc.): ἐ. παντός Plat. готовый на все.

Middle Liddell

ἐπιχειρητής, οῦ,
an enterprising person, Thuc.