Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐρέσσω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐρέσσω Medium diacritics: ἐρέσσω Low diacritics: ερέσσω Capitals: ΕΡΕΣΣΩ
Transliteration A: eréssō Transliteration B: eressō Transliteration C: eresso Beta Code: e)re/ssw

English (LSJ)

Plu.2.1128c, Pomp.73, Cic.47, rarely ἐρέττω, Luc.Cont.I, al. (earlier ἐλαύνω): Ep. impf. A ἔρεσσον Od.11.78 : aor. ἤρεσα A.R. 1.1110, (δι-) Od.12.444, ἤρεσσα (δι-) 14.351 : (ἐρέτης):—row, ἄνδρας ἐρεσσέμεναι μεμαῶτας Il.9.361 ; οἱ δὲ προπεσόντες ἔρεσσον Od.9.490, 12.194 ; ἐρετμόν, τῷ καὶ ζωὸς ἔρεσσον 11.78 ; πομπίμοις κώπαις ἐ. S. Tr.561 ; ἤρεσαν ἐς λιμένα A.R.1.1110 ; of birds flying, πτεροῖς ἐ. E.IT289 : abs., Id.Ion161 (lyr.); (ναυτίλος) οὖλος ἐρέσσων ποσσίν Call.Epigr.6.5. II trans., speed by rowing : metaph., γόων..ἐρέσσετ'.. πόμπιμον χεροῖν πίτυλον ply with your hands the measured stroke of lamentation, A.Th.855 (cf. ἔρεσσ' ἔρεσσε καὶ στέναζ' Id.Pers.1046):—Pass., ναῦς ἠρέσσετο ib.422, cf. Supp.723, A.R.1.633 ; of birds, πτερύγων ἐρετμοῖσιν ἐρεσσόμενοι A.Ag.52. 2 generally, put in quick motion, ply, τὸν πόδα E.IA138(anap.), AP10.22 (Bianor); γεωτόμον ὅπλον ib.101 (Id.) : metaph., τοίας ἐρέσσουσιν ἀπειλὰς.. καθ' ἡμῶν S.Aj.251 (lyr.); ἐ. μῆτιν Id.Ant.158 (anap.):—Pass., of a bow, to be plied, handled, Id.Ph.1135 (lyr.); of Io, οἴστρῳ ἐρεσσομένα driven onward, A.Supp.541 (lyr.). III row through, traverse, in Pass., νήεσσιν ἐρέσσεται..ὕδωρ AP4.3b.30 (Agath.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1025] att. ἐρέττω, fut. ἐρέσω, aor. ἤρεσα, rudern, Hom. u. Folgde; gew. intr., aber auch pass., φυγῇ δ' ἀκόσμως πᾶσα ναῦς ἐρέσσετο Aesch. Pers. 414, vgl. Suppl. 704; Sp., πλοῖον ἐρέσσεται Plut. Pomp. 73 Cic. 47. – Übertr., πτερύγων ἐρετμοῖσιν ἐρεσσόμενοι Aesch. Ag. 52 (vgl. Eur. I. T. 289 Ion 161, πυκιναῖς πτερύγεσσιν ἐρέσσων Anyt. 11 (VII, 202), u. öfter, vom Flügelschlage der Vögel); Ἰὼ οἴστρῳ ἐρεσσομένα, fortgetrieben, Suppl. 536; ἐρέσσων πόδα, den Fuß fortbewegend, Eur. I. A. 138, wie Bian. ep. (X, 22); τοίας ἐρέσσουσιν ἀπειλάς – καθ' ἡμῶν, setzen sie in Bewegung, stoßen Drohungen gegen uns aus, Soph. Ai. 246; τίνα μῆτιν ἐρέσσων, was für einen Entschluß hegend, Ant. 158; pass., ἄλλου δ' ἐν μεταλλαγᾷ πολυμηχάνου ἀνδρὸς ἐρέσσει Phil. 1120, vom Bogen, den ein Anderer in den Händen hält u. spannt. – Vom Klagenden, an die Brust schlagen, ἔρεσσ' ἔρεσσε καὶ στέναζ' ἐμὴν χάριν Aesch. Pers. 1003, vgl. Spt. 837 ἐρέσσετ' ἀμφὶ κρατὶ πόμπιμον χεροῖν πίτυλον, den die Klage begleitenden Ruderschlag der Hände schwinget ums Haupt. – Agath. prooem. (IV, 3, 76) sagt νήεσσιν ἐρέσσεται ὕδωρ, das Wasser wird mit Schiffen befahren.

Greek (Liddell-Scott)

ἐρέσσω: Ἀττ. -ττω: Ἐπ. παρατ. ἔρεσσον Ὀδ.: ἀόρ. ἤρεσα Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 1110, (διήρεσα) Ὀδ. Μ. 444, (διήρεσσ’ αὐτόθι Ξ. 351.) (Ἐκ τῆς √ΕΡΕΤ παράγονται ὡσαύτως αἱ λέξεις ἐρέτης, ἐρετμόν, εἰρεσία, ὑπηρέτης, ἀμφήρης, ἁλιήρης, τριήρης, πεντηκόντορος, κτλ.· πρβλ. Σανσκρ. arit-ras, arit-ram (Ἀγγλ. oar, rudder), arit-â (ἐρέτης), Λατ. rat-is, rem-us, rem-i-gium, tri-rem-is, Παλαιο-Σκανδιν. καὶ Ἀγγλο-Σαξον. ár (Ἀγγλ. oar, κώπη), Παλαιο-Γερμ. ruod-ar (Γερμ. ruder)). Κωπηλατῶ, ἄνδρας ἐρεσσέμεναι μεμαῶτας Ἰλ. Ι. 361· οἱ δὲ προπεσόντες ἔρεσσον Ὀδ. Ι. 490, Μ. 194· πῆξαί τ’ ἐπὶ τύμβῳ ἐρετμόν, τῷ καὶ ζωὸς ἔρεσσον Λ. 78· πομπίμοις κώπαις ἐρ. Σοφ. Τρ. 561· ἐπὶ πτηνῶν πετομένων, πτεροῖς ἐρ. Εὐρ. Ι. Τ. 289· καὶ ἀπολ., ὁ αὐτ. ἐν Ἴωνι 161. ΙΙ. μεθ’ Ὅμ., μεταβ., σπεύδω κωπηλατῶν· μεταφ., γόων... ἐρέσσετ’... πόμπιμον χεροῖν πίτυλον, κρούετε ταῖς χερσὶ τὸν ἔμμετρον κτύπον τὸν συνοδεύοντα τοὺς θρήνους, Αἰσχύλ. Θήβ. 855 (πρβλ. ἔρεσσ’ ἔρεσσε καὶ στέναζ’ ὁ αὐτ. ἐν Πέρσ. 1046). ― Παθ., ναῦς ἠρέσσατο αὐτόθι 422, πρβλ. Ἱκ. 723 καὶ Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 633· ἐπὶ πτηνῶν (ἴδε ἀνωτ.), πτερύγων ἐρετμοῖσιν ἐρεσσόμενοι (πρβλ. τὸ τοῦ Οὐεργιλίου remigio alarum), Αἰσχύλ. Ἀγ. 52, πρβλ. Εὐρ. Ι. Τ. 289. 2) καθόλου, θέτω εἰς ταχεῖαν κίνησιν, κινῶ ταχέως, τὸν πόδα ὁ αὐτ. ἐν Ι. Α. 138, Ἀνθ. Π. 10. 22, πρβλ. 101: ― μεταφ., τοίας ἐρέσσουσιν ἀπειλὰς... καθ’ ἡμῶν Σοφ. Αἴ. 251· ἐρ. μῆτιν, Λατ. consilium volvere, ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 159: ― Παθ., ἐπὶ τόξου, λαμβάνομαι ἀνὰ χεῖρας, ἐκτείνομαι, ὁ αὐτ. ἐν Φιλ. 1135· ἐπὶ τῆς Ἰοῦς, οἴστρῳ ἐρεσσομένα, ἐλαυνομένη ὑπὸ τοῦ οἴστρου, Αἰσχύλ. Ἱκ. 541. ΙΙΙ. ἐπὶ τῆς θαλάσσης, διέρχομαι αὐτὴν κωπηλατῶν, διέρχομαι, Καλλίμαχος ἐν Ἀνθ. Π. (ἐν τῷ παραρτ. 45): ― Παθ., νήεσσιν ἐρέσσεται... ὕδωρ Ἀνθ. Π. 4. 3, 81. Πρβλ. ἑλίσσω, κινέω, ἀράσσω.

French (Bailly abrégé)

seul. prés., impf. ἤρεσσον, ao. ἤρεσα, pf. inus.
Pass. seul. prés. et impf.
I. intr. 1 ramer ; p. anal. πτεροῖς ἐρ. EUR fendre l’espace de ses ailes comme avec des rames (cf. lat. remigium alarum);
2 p. anal. se battre la poitrine avec des gémissements rythmés;
II. tr. mouvoir avec des rames ; Pass. être poussé à force de rames ; p. anal. πτερύγων ἐρετμοῖσιν ἐρ. ESCHL fendre l’espace de ses ailes comme avec des rames (cf. ci-dessus) ; p. ext. mouvoir, agiter : πόδα EUR mouvoir son pied, càd s’avancer d’un pas régulier ; fig. ἀπειλάς SOPH lancer des menaces ; μῆτιν SOPH agiter un projet.
Étymologie: R. Ἐρ, ramer ; cf. lat. remus.

English (Autenrieth)

row, Il. 9.361, Od. 9.490.

Greek Monolingual

ἐρέσσω και αττ. τ. ἐρέττω) ερέτης
κωπηλατώ, τραβώ κουπί, θέτω κάποιο σκάφος σε κίνηση με κουπιά
αρχ.
1. κινούμαι γρήγορα κωπηλατώντας
2. (ενεργ. και παθ.) κινώ γρήγορα, θέτω σε γρήγορη κίνηση («πτερύγων ἐρετμοῑσιν ἐρεσσόμενοι» — προχωρούν γρήγορα λάμνοντας, κάνοντας κουπιά τα φτερά τους, Αισχύλ.)
3. διασχίζω τη θάλασσα («νήεσσιν ἐρέσσεται ὕδωρ», Ανθ. Παλ.)
4. (ενεργ. και παθ.) κινώ εναντίον κάποιου, επισείω, επιρρίπτω («τοίας ἐρέσσουσιν ἀπειλάς... καθ’ ἡμῶν» — τέτοιες απειλές εκτοξεύουν εναντίον μας, Σοφ.)
5. χτυπώ το στήθος, θρηνώ («ἔρεσσ’ ἔρεσσε καὶ στέναζε», Αισχύλ.)
6. μτφ. κινώ στη σκέψη μου, διανοούμαι, σκέπτομαι («μῆτιν ἐρέσσων», Σοφ.)
7. παθ. ἐρέσσομαι
(για τόξο) λαμβάνομαι στα χέρια, τεντώνομαι.

Greek Monotonic

ἐρέσσω: Επικ. απαρ. ἐρεσσέμεναι, παρατ. ἔρεσσον, αόρ. αʹ ἤρεσα·
I. κωπηλατώ, σε Όμηρ., Σοφ.· λέγεται για πτηνά που πετούν, πτεροῖς ἐρ., σε Ευρ.
II. 1. μτβ., σπεύδω τραβώντας κουπί· μεταφ., γόων ἐρέσσετ' πίτυλον, κρατάτε με τα χέρια τον ρυθμό (δηλ. χτυπώντας τα), που έχουν οι θρήνοι, σε Αισχύλ. — Παθ., κωπηλατούμαι, στον ίδ.· λέγεται για πουλιά, πτερύγων ἐρετμοῖσιν ἐρεσσόμενοι, με φτερά σαν κουπιά (πρβλ. remigio alarumτου Βιργ.), στον ίδ.
2. γενικά, θέτω σε γρήγορη κίνηση, κινώ γρήγορα, τὸν πόδα, σε Ευρ.· μεταφ., ἐρ. ἀπειλάς, θέτω απειλές σε ισχύ, σε Σοφ.· ἐρ. μήτιν, στον ίδ. — Παθ., λέγεται για το τόξο, κρατιέμαι στο χέρι, τεντώνομαι, στον ίδ.
III. κωπηλατώ και διέρχομαι τη θάλασσα, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ἐρέσσω: атт. ἐρέττω (эп. impf. ἔρεσσον)
1) грести: ὄψεαι νῆας ἐμάς, ἐν δ᾽ ἄνδρας ἐρεσσέμεναι μεμαῶτας Hom. увидишь мои корабли, а в них людей, усердно гребущих; προπεσόντες ἔρεσσον Hom. навалившись (на весла), т. е. с удвоенной силой они стали грести;
2) быть мореплавателем, путешествовать по морям Luc.;
3) (тж. ἐ. πτεροῖς Eur., πτερύγεσσιν Anth. и πτερύγων ἐρετμοῖσιν Aesch.) лететь, нестись, устремляться (πρός τι Eur.);
4) приводить в движение веслами, pass. плыть (ναῦς ἠρέσσετο Aesch.; πλοῖον ἐρέσσεται Plut.): νήεσσιν ἐρέσσεται ὕδωρ Anth. по воде плывут корабли; ἐ. τὸν πόδα Eur., Arph. передвигать ноги, т. е. идти; ἐ. ἀπειλὰς κατά τινος Soph. угрожать (точнее слать угрозы) кому-л.; ἐ. τινὰ μῆτιν Soph. обдумывать какой-л. план;
5) гнать, подгонять: οἴστρῳ ἐρεσσομένα Aesch. преследуемая оводом (Ио); ἐν μεταλλαγᾷ τινος ἐρέσσεσθαι Soph. переходить в чье-л. пользование, становиться чьей-л. собственностью;
6) бить себя в грудь (ἐ. καὶ στενάζειν Aesch.).

Middle Liddell


I. to row, Hom., Soph.; of birds flying, πτεροῖς ἐρ. Eur.
II. trans. to speed by rowing; metaph., γόων ἐρέσσετ' πίτυλον ply the measured stroke of lamentation, Aesch.:—Pass. to be rowed, Eur.; of birds, πτερύγων ἐρετμοῖσιν ἐρεσσόμενοι with the oarage of wings (cf. Virgil's remigio alarum), Eur.
2. generally, to put in quick motion, ply, τὸν πόδα Eur.: —metaph., ἐρ. ἀπειλάς to set threats in motion, Soph.; ἐρ. μῆτιν Soph.:—Pass., of a bow, to be plied, handled, Soph.
III. to row through the sea, Anth.