Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐργάτις

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἐργάτῐς Medium diacritics: ἐργάτις Low diacritics: εργάτις Capitals: ΕΡΓΑΤΙΣ
Transliteration A: ergátis Transliteration B: ergatis Transliteration C: ergatis Beta Code: e)rga/tis

English (LSJ)

(parox.), ιδος, fem. of ἐργάτης,

   A workwoman; of the worker bees, Arist.HA627a12, Lyr.Alex.Adesp.7.12 ; μάθε ὡς ἐ. ἐστὶν [ἡ μέλισσα] LXXPr.6.8a ; ἐ. βοῦς AP9.741.    2 Adj. laborious, industrious, γυναῖκες οὕτω ἐ. Hdt.5.13 ; γλῶσσαν μὲν ἀργὸν χεῖρα δ' εἶχεν ἐργάτιν S.Ph.97 ; βιοτά APl.1.15.6.    3 working for hire, Μοῖσ' οὔ πω ἐ. ἦν Pi.I.2.6 ; of a courtesan, Archil.184.    II c. gen., working at or producing, μνήμην ἁπάντων μουσομήτορ' ἐργάτιν A.Pr. 461 (ἐργάνην Stob.); νέκταρος ἐ., of bees, AP9.404.8 (Antiphil.); νήματος ἠλακάτα ib.6.174 (Antip. <Sid.>); σελίδων, of poetesses, ib.9.26.8 (Antip. Thess.); Κύπριδος, of courtesans, ib.5.244.8 (Maced.) ; rare in Prose, πόλις ἐ. τῶν ἀγαθῶν D.H.2.76.

German (Pape)

[Seite 1020] ιδος, ἡ, fem. zu ἐργάτης, bewirkend, μνήμην ἁπάντων μουσομήτορ' ἐργάτιν Aesch. Prom. 459; vgl. μέλισσα μέλιτος ἐργ. Luc. Hale. 7; νέκταρος, Bienen, Antiphil. 29 (IX, 404); ἀενάων σελίδων, Dichterinnen, Antip. Th. 23 (IX, 26); πολιτεία ἐργ. τῶν ἀγαθῶν D. H. 2, 76; – arbeitsam, thätig, γλῶσσαν μὲν ἀργόν, χεῖρα δ' εἶχον ἐργάτιν Soph. Phil. 97; γυναῖκες Her. 5, 13; von den Bienen, Arist. H. A. 9, 40 u. a. Sp. – Um Lohn arbeitend, Μοῖσα οὐκ ἐργάτις Pind. I. 2, 6; – Beiname der Athene, = ἐργάνη, Hesych.; – γυνή, Hure, Archil. u. VLL.; Κύπριδος Macedon. 7 (V, 245).

Greek (Liddell-Scott)

ἐργάτῐς: ᾰ, ιδος, ἡ, θηλ. τοῦ ἐργάτης, γυνὴ ἐργάτις· ἐπὶ τῶν ἐργαζομένων μελισσῶν, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 40, 50· ἐργ. βοῦς Ἀνθ. Π. 9. 741. 2) ὡς πραγματικὸν ἐπίθ., ἐργατική, ἐπιμελής, δραστήριος, γυναῖκες οὕτω ἐργ. Ἡρόδ. 5. 13· γλῶσσαν μὲν ἀργὸν χεῖρα δ’ εἶχεν ἐργάτιν Σοφ. Φιλ. 97· βιοτὰ Ἀνθ. Πλαν. 1. 15. 3) ἐπὶ μισθῷ ἐργαζομένη, Μοῖσα οὔπω ἐργάτις ἦν, ἡ Μοῦσα δὲν ἦτο εἰσέτι μισθωτή, Πινδ. Ι. 2. 10· γυνὴ ἐργ., ἐπὶ ἑταίρας (πρβλ. ἐργάζομαι ΙΙ. 6), Ἀρχίλ. 173. ΙΙ. μετὰ γεν., ἡ ποιοῦσα ἢ παράγουσά τι, μνήμην ἁπάντων… ἐργάτιν Αἰσχύλ. Πρ. 461 (ἔνθα ὁ Ἕρμανν. ἐκ τοῦ Στοβ. ἐργάνην)· νέκταρος ἐργ., ἐπὶ τῶν μελισσῶν, Ἀνθ. Π. 9. 404· νήματος, ἐπὶ τῆς ἠλακάτης, 6. 174· σελίδων, ἐπὶ ποιητῶν, 9. 26· Κύπριδος, ἐπὶ ἑταίρων, 5. 245· σπάν. ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ, πολιτεία ἐργ. τῶν ἀγαθῶν Διον. Ἁλ. 2. 76.

French (Bailly abrégé)

ιδος
adj. f.
1 abs. laborieuse, active, industrieuse;
2 avec un gén. qui travaille à, qui produit par son travail, artisan de.
Étymologie: ἐργάτης.

English (Slater)

ἐργᾰτις
   1 working for hireΜοῖσα γὰρ οὐ φιλοκερδής πω τότ' ἦν οὐδ ἐργάτις (I. 2.6)

Greek Monolingual

η
βλ. εργάτης.

Greek Monotonic

ἐργάτῐς: [ᾰ], -ιδος, θηλ. του ἐργάτης·
I. 1. εργάτρια, σε Θεόκρ.
2. ως επίθ., κοπιαστική, εργατική, δραστήρια, επιμελής, σε Ηρόδ., Σοφ.
II. με γεν., δουλεύω, ασχολούμαι με ή παράγω κάτι, σε Αισχύλ.· νέκταρος ἐργ., λέγεται για τις μέλισσες, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ἐργάτις: ῐδος Pind., Soph., Her. etc. f к ἐργάτης I и II.

Middle Liddell

[fem. of ἐργάτης
I. a workwoman: as adj. laborious, industrious, active, Hdt., Soph.
II. c. gen. working at or producing a thing, Aesch.; νέκταρος ἐργ., of bees, Anth.