Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐφίμερος

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: ἐφίμερος Medium diacritics: ἐφίμερος Low diacritics: εφίμερος Capitals: ΕΦΙΜΕΡΟΣ
Transliteration A: ephímeros Transliteration B: ephimeros Transliteration C: efimeros Beta Code: e)fi/meros

English (LSJ)

[ῑ], ον,

   A desired, delightful, φιλότης Hes.Sc.15, Th.132; χῶρος Archil.21; ὕμνος Thgn.993, Theoc.1.61; φάτις A.Ch.840; ἡ τέκνων ὄψις ἐ. προσλεύσσειν ἐμοί S.OT1375; τὴν ἐ. κόμην Anaxil.38; ἐ. ἀνδράσιν ἄγρη Opp.H.4.110.

German (Pape)

[Seite 1119] erwünscht, ersehnt, anmuthig; φιλότης Hes. Sc. 15 Th. 132; καλὸς χῶρος Archil. frg. 3; φάτις Aesch. Ch. 827; ἡ τέκνων δῆτ' ὄψις ἦν ἐφίμερος Soph. O. R. 1375; ἔρωτες Antimach. (IX, 321); a. sp. D.

Greek (Liddell-Scott)

ἐφίμερος: ῑ, ον, ἐπιθυμητός, ποθητός, θελκτικός, εὐφρόσυνος, ἄτερ φιλότητος ἐφιμέρου Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 15, Θέογν. 132· χῶρος Ἀρχίλ. 18· ὕμνος Θέογν. 994· φάτις Αἰσχύλ. Χο. 840· ἡ τέκνων ὄψις ἐφ. προσλεύσσειν Σοφ. Ο.Τ. 1375· τὴν ἐφ. κόμην Ἀναξίλ. ἐν Ἀδήλ. 6· ἐφ. ἀνδράσιν ἄγρη Ὀππ. Ἁλ. 4. 110.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
désirable, souhaitable.
Étymologie: ἐπί, ἵμερος.

Greek Monolingual

ἐφίμερος, -ον (Α)
επιθυμητός, ποθητός, αγαπητός («ἡ τέκνων ὄψις ἐφίμερος προσλεύσσειν ἐμοί», Σοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἵμερος «ποθητός»].

Greek Monotonic

ἐφίμερος: [ῑ], -ον, επιθυμητός, ποθητός, θελκτικός, ευφρόσυνος, σε Ησίοδ., Αισχύλ.· με απαρ., ἐφ. προσλεύσσειν, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἐφίμερος: (ῑ) желательный, желаемый, желанный (φιλότης Hes.; ὕμνος Theocr.; ἔρωτες Anth.): ἐ. προσλεύσσειν Soph. (такой), который страстно хочется увидеть; φάτις οὐδαμῶς ἐ. Aesch. крайне неприятная весть.

Middle Liddell

ἐφ-ί¯μερος, ον
longed for, desired, charming, Hes., Aesch.; c. inf., ἐφ. προσλεύσσειν Soph.