Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐφύβριστος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ἐφύβριστος Medium diacritics: ἐφύβριστος Low diacritics: εφύβριστος Capitals: ΕΦΥΒΡΙΣΤΟΣ
Transliteration A: ephýbristos Transliteration B: ephybristos Transliteration C: efyvristos Beta Code: e)fu/bristos

English (LSJ)

ον,

   A wanton, insolent, Vett. Val.71.18; τυραννίς Hdn.2.4.2, 6.1.2; ἐφύβριστα πάσχειν Id.2.7.3: c. dat., ἐ. ἀναστροφίῃ revelling in... Man.4.312. Adv. -τως Plu.Art.30, Hdn.2.13.11.    II Pass., contemptible, LXX Wi.17.7. Adv. -τως, κατέστρεψε τὸν βίον Posidon.7 J.

German (Pape)

[Seite 1123] beschimpft, verhöhnt, schmachvoll, τυραννίς Hdn. 6, 1, 5; ἐ φύβριστα πάσχειν, Schmach erdulden, 2, 7, 5 u. öfter, wie a. Sp. – Adv. ἐφυβρίστως, καὶ ὠμῶς Plut Artax. 30.

Greek (Liddell-Scott)

ἐφύβριστος: -ον, αἰσχρός, ἐπονείδιστος, μιαρός, Ἡρῳδιαν. 6. 1· ἐφύβριστα πάσχειν ὁ αὐτ. 2. 7. - Ἐπιρρ. -τως, Πλουτ. Ἀρτοξ. 30. Ἡρῳδιαν. 2. 13.

Greek Monolingual

ἐφύβριστος, -ον (Α) εφυβρίζω
1. ο άξιος ύβρεως, ο ασελγής, ο ακόλαστος, ο αισχρόςἐφύβριστος τυραννίς», Ηρωδιαν.)
2. ευκαταφρόνητος, ευτελής.
επίρρ...
ἐφυβρίστως (Α)
1. κατά υβριστικό τρόπο, κατά αισχρό τρόπο
2. κατά ευτελή τρόπο («ἐφυβρίστως κατέστρεψε τὸν βίον», Ποσειδ.).