Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐχέπωλος

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: ἐχέπωλος Medium diacritics: ἐχέπωλος Low diacritics: εχέπωλος Capitals: ΕΧΕΠΩΛΟΣ
Transliteration A: echépōlos Transliteration B: echepōlos Transliteration C: echepolos Beta Code: e)xe/pwlos

English (LSJ)

ον,

   A having horses, Hsch., Suid.

German (Pape)

[Seite 1124] Pferde, Fohlen enthaltend, habend, ἱπποτρόφος, VLL.

Greek (Liddell-Scott)

ἐχέπωλος: -ον, «ὁ ἔχων ἵππους» Σουΐδ. ― «ἐχέπωλοι· ἱππικοί, ἱπποτρόφοι» Ἡσύχ. ― ἐν Ἰλ. ὄνομα κύριον.: Θαλυσιάδην Ἐχέπωλον Δ. 458, πρβλ. Ψ. 296.

Greek Monolingual

ἐχέπωλος, -ον (Α)
1. (κατά το λεξ. Σούδα) «ὁ ἔχων ἵππους»
2. (κατά τον Ησύχ.) «ἱππικός, ἱπποτρόφος».
[ΕΤΥΜΟΛ. < εχε- (< έχω I) + πώλος «πουλάρι»].