Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἑλκώδης

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: ἑλκώδης Medium diacritics: ἑλκώδης Low diacritics: ελκώδης Capitals: ΕΛΚΩΔΗΣ
Transliteration A: helkṓdēs Transliteration B: helkōdēs Transliteration C: elkodis Beta Code: e(lkw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A like a wound or sore, ulcerated, στόματα Hp.Epid.3.7; χρώς E.Hipp.1359 (anap.); κνῆμαι Arist.Pr.895a31.    2 causing or accompanied by soreness, ἁφή S.E.M.7.179; κόπος Gal.7.179; πόνος Archig. ap. eund.8.106; κονιορτός Lyd.Ost.1.    II metaph., irritable, Plb.32.11.8; θυμός Plu.2.454b.

German (Pape)

[Seite 800] ες, geschwürartig, Diosc.; voll Geschwüre, χρώς Eur. Hipp. 1359; Medic.; – übertr., reizbar, καὶ μικρόλυπος θυμός Plut. coh. ira 3.

Greek (Liddell-Scott)

ἑλκώδης: -ες, (εἶδος) ὅμοιος πρὸς ἕλκος, πλήρης ἑλκῶν, Ἱππ. Ἐπιδημ. τὸ Γ΄, 1085· χρὼς Εὐρ. Ἱππ. 1359· κνῆμαι Ἀριστ. Προβλ. 10. 42. ΙΙ. μεταφ., εὐερέθιστος, Πολυβ. Ἐκλογ. Βατ. σ. 441, Πλούτ. 2. 454Β.

French (Bailly abrégé)

ης, ες :
1 couvert d’ulcères, de plaies;
2 fig. ulcéré, irritable.
Étymologie: ἕλκος,-ωδης.

Spanish (DGE)

-ες

• Morfología: [sg. ac. y plu. nom. ac. neutr. no contr. -εα Hp.Epid.3.7, Aret.SA 2.2.4]
medic.
I 1herido, lacerado, ulceroso στόματα Hp.l.c., χροὸς ἑλκώδους ἅπτεσθε χεροῖν tocad con las manos mi piel lacerada E.Hipp.1359, αἱ κνῆμαι Arist.Pr.895a31, ὄμματα Dsc.1.72.4, ὑπερώη Aret.l.c., cf. SD 2.13.17, CA 1.8.5, S.E.M.7.179.
2 producido por úlceras ὁ μὲν ἑλκώδης πόνος dif. del dolor pruriginoso, Archig. en Gal.8.108, cf. 106.
3 de pers., fig. irritable ἑλκώδεις καὶ δύσκολοι γίνονται πρὸς τοὺς φίλους Plb.32.11.8, θυμός Plu.2.454b
neutr. subst. τὸ ἐλκῶδες irritación Plu.2.167b.
4 que produce úlceras, acompañado de úlceras ψώρα Poll.4.194, πυρετός Gal.18(1).146, ἐξανθήσεις Gal.17(2).616, 617, διάθεσις Gal.17(2).647, πτίλωσις Heph.Astr.2.13.20, Ptol.Tetr.3.13.16, κονιορτός Lyd.Ost.1
que produce dolor κόπος Gal.7.179, 196, 198.
II adv. -ῶς como produciendo ulceración τὸ δέρμα ... τραχύνουσιν ἑ. (οἱ ἱδρῶτες) Gal.17(2).621, cf. 620.

Greek Monolingual

-ες (AM ἑλκώδης, -ες)
1. αυτός που μοιάζει με έλκος, που εμφανίζει συμπτώματα έλκους («ελκώδης πληγή», «ἑλκώδης χρώς»)
2. γεμάτος έλκη («ἑλκώδεις κνῆμαι»)
νεοελλ.
φρ. «ελκώδες έντερο» — η μοίρα του λεπτού εντέρου μεταξύ πέρατος του δωδεκαδακτύλου και ειλεοκολικής μοίρας
αρχ.
1. αυτός που προκαλεί έλκη
2. ευερέθιστος.

Greek Monotonic

ἑλκώδης: -ές (εἶδος), όμοιος με πληγή, ελκωτικός, γεμάτος πύον, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἑλκώδης:
1) израненный, покрытый ранами (χρώς Eur.; ἑ. καὶ σαπρός Arst.);
2) истерзанный (θυμός Plut.).

Middle Liddell

εἶδος
like a sore, ulcerated, Eur.