Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἑξάεδρος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἑξάεδρος Medium diacritics: ἑξάεδρος Low diacritics: εξάεδρος Capitals: ΕΞΑΕΔΡΟΣ
Transliteration A: hexáedros Transliteration B: hexaedros Transliteration C: eksaedros Beta Code: e(ca/edros

English (LSJ)

[ᾰ], ον,

   A with six surfaces, Theol.Ar.25.    II Subst. ἑξάεδρον, τό, hexahedron, Gal.5.669.

Greek (Liddell-Scott)

ἑξάεδρος: -ον, ἔχων ἓξ ἕδρας, ἐπὶ στερεῶν σωμάτων, Θεολογ. Ἀριθμ. 25.

Spanish (DGE)

-ον
1 que tiene seis caras o lados Hero Def.107, τὸ ἑξάεδρον τοῦ κύβου las seis caras del cubo Gal.5.669, cf. Archim.Fr.1, Theol.Ar.25, Sch.Epicur.Nat.14.38.
2 subst. τό ἑ. hexaedro regular, cubo κύβος ... καλεῖται δὲ τὸ σχῆμα τοῦτον καὶ ἑξάεδρον Hero Def.100.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἑξάεδρος, -ον)
αυτός που έχει έξι έδρες
νεοελλ.
το ουδ. ως ουσ. τὸ ἑξάεδρο(ν)
α) μαθημ. στερεό σώμα με έξι έδρες
β) (κρυσταλλ.) κρυσταλλικό σχήμα που αποτελεί τη βάση του κυβικού κρυσταλλικού συστήματος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εξα- < ἕξ (πρβλ. εξάγραμμα) + -εδρος < έδρα].