Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἑπτάπυλος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ἑπτάπῠλος Medium diacritics: ἑπτάπυλος Low diacritics: επτάπυλος Capitals: ΕΠΤΑΠΥΛΟΣ
Transliteration A: heptápylos Transliteration B: heptapylos Transliteration C: eptapylos Beta Code: e(pta/pulos

English (LSJ)

ον,

   A with seven gates, epith. of Boeotian Thebes (cf. ἑκατόμπυλος), Il.4.406, Od.11.263, B.18.47, Anaxandr.41.21, cf. A.Th.165 (lyr.), S.Ant.119 (lyr.).    II ἑ. κλῖμαξ stairway symbolizing the ascent of the soul through the seven planetary spheres, Cels. ap. OrigenesCels.6.22 (prob. for ὑψί-).

German (Pape)

[Seite 1013] siebenthorig, von Hom. Od. 11, 263 an häufiges Beiwort des böotischen Theben, Pind.; Tragg.

Greek (Liddell-Scott)

ἑπτάπῠλος: -ον, ἔχων ἑπτὰ πύλας· ἐπίθετον τῶν ἐν Βοιωτίᾳ Θηβῶν, Ἰλ. Δ. 406, Ὀδ. Λ. 263, Αἰσχύλ. Θήβ. 165, Erf. Σοφ. Ἀντ. 109, 119. - Αἱ ἐν Αἰγύπτῳ Θῆβαι ἐκαλοῦντο ἑκατόμπυλοι.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
à sept portes.
Étymologie: ἑπτά, πύλη.

English (Autenrieth)

(πύλη): seven-gated, epith. of Boeotian Thebes, Il. 4.406.

English (Slater)

ἑπτᾰπῠλος, -ον
   1 seven gated epith. of Thebes. ἐν ἑπταπύλοις Θήβαις (P. 3.90), (P. 8.39) ἑπτάπυλοι Θῆβαι (P. 9.80) ἑπταπύλοισι Θήβαις (P. 11.11) ἑπταπύλοισι Θήβαισι (I. 1.66) Θήβαις τ' ἐν ἑπταπύλοις (N. 4.19) ἐς ἑπταπύλους Θήβας (N. 9.18) ἐν ἑπταπύλοισι Θήβαις (I. 8.16) Θ[ήβαις] ἑπταπύλοιςλτ;ιν>. (G-H: ]ἑπταπύλοις θ[ Π contra met.) Παρθ. 2. . ἐν ἑπταπύλοισι [Θήβαις] fr. 169. 47.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἑπτάπυλος, -ον)
(για οχυρωμένη πόλη) με επτά πύλες («Θήβης ἕδος εἵλομεν ἑπταπύλοιο», Ομ. Ιλ.)
αρχ.
φρ. «ἑπτάπυλος κλῑμαξ» — κλίμακα που συμβολίζει την άνοδο της ψυχής μέσα από τις πλανητικές σφαίρες.

Greek Monotonic

ἑπτάπῠλος: -ον (πύλη), αυτός που αποτελείται από εφτά πύλες, επίθ. που χρησιμ. για τις Θήβες της Βοιωτίας, σε Όμηρ. κ.λπ.· οι Αιγυπτιακές Θήβες ονομάζονταν ἑκατόμπυλοι.

Russian (Dvoretsky)

ἑπτάπῠλος: семивратный (Θήβη Hom., Pind., Soph.; στόμα Soph.).

Middle Liddell

ἑπτά-πῠλος, ον πύλη
with seven gates, epith. of Boeotian Thebes, Hom., etc.;—Egyptian Thebes being ἑκατόμπυλοι.

English (Woodhouse)

ἑπτάπυλος = with seven gates

⇢ Look up "ἑπτάπυλος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)