Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἑψάνη

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ἑψάνη Medium diacritics: ἑψάνη Low diacritics: εψάνη Capitals: ΕΨΑΝΗ
Transliteration A: hepsánē Transliteration B: hepsanē Transliteration C: epsani Beta Code: e(ya/nh

English (LSJ)

, (ἕψω)

   A = ἑψητήριον, Hsch.

German (Pape)

[Seite 1132] ἡ (ἕψω), das Kochgeschirr, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

ἑψάνη: ἡ, (ἕψω)· «ἑψητήριον· λοπάς» Ἡσύχ.

Greek Monolingual

η (Α ἑψάνη)
νεοελλ.
ταψί, τεψί
αρχ.
μαγειρικό σκεύος που χρησιμεύει για βράσιμο, πλατιά χύτρα, τσουκάλι ή τηγάνι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ἑψ- του ἕψω + κατάλ. -ανη (πρβλ. οχ-άνη, χο-άνη)].