Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἑψητικός

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: ἑψητικός Medium diacritics: ἑψητικός Low diacritics: εψητικός Capitals: ΕΨΗΤΙΚΟΣ
Transliteration A: hepsētikós Transliteration B: hepsētikos Transliteration C: epsitikos Beta Code: e(yhtiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A of or for boiling, Gloss.

German (Pape)

[Seite 1132] das Kochen betreffend, Sp. Von

Greek (Liddell-Scott)

ἑψητικός: -ή, -όν, ἀνήκων εἰς βράσιν, κατάλληλος πρὸς βράσιμον, Γλωσσ.

Greek Monolingual

ἑψητικός, -ή, όν (Α) ἑψητής
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην έψηση, στο βράσιμο ή στο ψήσιμο.