Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἑώϊος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἑώϊος Medium diacritics: ἑώϊος Low diacritics: εώϊος Capitals: ΕΩΪΟΣ
Transliteration A: heṓïos Transliteration B: heōios Transliteration C: eoios Beta Code: e(w/i+os

English (LSJ)

ον, also α, ον, poet. for ἑῷος, epith. of Apollo, A.R.2.686, 700.    2 eastern, ἄκρη D.P.111.

German (Pape)

[Seite 1133] p. = ἑῷος, Nonn. D. 13, 80; so heißt Ap. Rh. 2, 686. 700 Apollo, vgl. Schol. zu demselben 2, 1.

Greek (Liddell-Scott)

ἑώϊος: -ον, ὡσαύτως α, ον, ποιητ. ἀντὶ ἑῷος, ἑωθινός, ὡς ἐπίθετον τοῦ Ἀπόλλωνος, εἰ δ’ ἄγε δὴ νῆσον μὲν Ἑωΐου Ἀπόλλωνος τήνδ’ ἱερὴν κλείωμεν Ἀπολλ. Ρόδ. Β. 686, ἐπικλείοντες Ἑώϊον Ἀπόλλωνα αὐτόθι 700· ὡσαύτως, ἀνατολικός, ἐπ’ ἀνατολίην Σαλμωνίδος ἄχρι καρήνου, ἣν Κρήτης ἐνέπουσιν ἑώϊον ἔμμεναι ἄκρην Διον. Περ. 111.

Greek Monolingual

ἑώϊος, -ον, θηλ. και ἑωΐα (Α) [έως ΙΙ]
(ποιητ. τ. του εώος)
1. (ως επίθ. του Απόλλωνα) εώος
2. ανατολικός.

Russian (Dvoretsky)

ἑώϊος: Anth. = ἑῷος.