Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἔθω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἔθω Medium diacritics: ἔθω Low diacritics: έθω Capitals: ΕΘΩ
Transliteration A: éthō Transliteration B: ethō Transliteration C: etho Beta Code: e)/qw

English (LSJ)

   A to be accustomed, to be wont: pres. only in part., κακὰ πόλλ' ἕρδεσκεν ἔθων much ill he wrought after his wont, Il.9.540; οὓς παῖδες ἐριδμαίνωσιν ἔθοντες 16.260 (in these passages some Gramm. expld. ἔθων as, = βλάπτων, φθείρων (and it was so used by Call.Fr.108), and (in 16.260) ἐρεθίζων, cf. ἔθει· φθείρει, ἐρεθίζει, Hsch., ἐθρίς, ἴθρις): pf. εἴωθα Il.5.766, etc., Ep. and Ion. ἔωθα 8.408, etc., is used as pres.; plpf. εἰώθειν, Ion. ἐώθεα, as impf.; part. εἰωθώς, Ion. ἐωθώς, also in Archipp.48, Araros19; Dor. 3pl. pf. ἐθώκατι Hsch.: mostly c. inf., Il.5.766, Hdt.3.31, Th.1.99, etc.: impers., ὡς εἴωθε as is the custom, Ar.Ec.282; ὥσπερ εἰώθει Plu.Sull.9, etc.: freq. abs. in part., of persons, accustomed, customary, usual, ἡνιόχῳ εἰωθότι Il.5.231; ὑμῖν . . τοῖς εἰώθοσιν who are used [to hear me], S.Ph.939; οὐκ ἐωθώς praeter morem, Hdt.1.111; of things, τὰ ἐωθότα νοήματα Id.3.80; ἐν τῷ εἰ. τρόπῳ Pl.Ap.27b, etc.: freq. in neut., παρὰ τὸ εἰ. contrary to custom, Th.4.17,55; τὰ εἰ. ordinary things, Ar.Ra.1, Th.2.51, etc.

German (Pape)

[Seite 720] ich bin gewohnt, ich pflege, bei Homer zweimal: Iliad. 9, 540 σῦν ἄγριον, ὃς κακὰ πόλλ' ἔρδεσκεν ἔθων Οἰνῆος ἀλωήν, vgl. Scholl. Herodian., welcher eine Lesart ἔδων erwähnt, und Scholl. Aristonic., (ἡ διπλῆ,) ὅτι οἱ γλωσσογράφοι (Lehrs Aristarch. ed. 2 p. 37 Sengebusch Hom. diss. 1 p. 52) τὸ ἔθων ἀποδιδόασι βλάπτων. ἔστι δὲ ἐξ ἔθους ἐπιφοιτῶν. Diese Erklärung, = »das Grundstück gewohnheitsmäßig (regelmäßig) heimsuchend«, hängt vielleicht damit zusammen, daß ἤθεα , ein mit ἔθω unzweifelhaft verwandtes Wort (Curtius Grundz. d. Griech. Etymol. 2. Ausg. S. 226), bei Homer nur einen gewohnten Aufenthaltsort von Thieren bezeichnet, einen Ort, nach welchem sie zu gehn pflegen, um dort zu weilen, Iliad. 6, 511. 15, 268 Odyss. 14, 411; ἔθω wird bei Homer in der zweiten Stelle von Menschen gebraucht, Iliad. 16, 260 σφήκεσσιν εἰνοδίοις, οὓς παῖδες ἐριδμαίνωσιν ἔθοντες, νηπίαχοι; auch hier erklärte Aristarch ἔθοντες = ἐξ ἔθους συνεχῶς ἐπιφοιτῶντες, s. Scholl. Aristonic. vs. 261 u. vgl. Apoll. Lex. Hom. p. 63, 16. – Zu ἔθω rechnet man das häufig vorkommende perfect. εἴωθα, ich bin gewohnt, ich pflege, cum infin., Ionisch ἔωθα. Dies perf. erscheint bei Homer achtmal: εἴωθε c. inf. Iliad. 5, 766 Odyss. 17, 394; ἔωθεν c. inf. Iliad. 8, 408. 422; particip. εἰωθώς c. inf. Iliad. 6, 508. 15, 265; εἰωθότες c. inf. Iliad. 5, 203; ὑφ' ἡνιόχῳ εἰωθότι ohne infinit., = unter Leitung des gewohnten Wagenlenkers, von Pferden, Iliad. 5, 231, vgl. Scholl. Didym. – Thuc. 1, 132 εἰώθασιν; ἐώθασι Herodot. 3, 15; Thucyd. 1, 139 plusquampft. εἰωθεσαν; ἐώθεσαν Herodot. 1, 73; ἐώθεα 4, 127; am häufigsten im particip. εἰωθώς, gewohnt, gewöhnlich: ἀνακλάομαι παροῦσι τοῖς εἰωθόσιν Soph. Phil. 627; οὐκ εἰωθόσι οὐδὲ βουλομένοις ταλαιπωρεῖν Thuc. 1, 99; αὕτη ἐκείνη ἡ εἰωθυῖα εἰρωνεία Σωκράτους Plat. Rep. I, 337 a; ἐν τῷ εἰωθότι τρόπῳ, in gewohnter Weise, Apol. 27 b; παρὰ τὸ εἰωθός, wider Gewohnheit, Phaedr. 238 c, wie Thuc. 4, 55; κατὰ τὸ εἰωθός, nach Gewohnheit, Thuc. 4, 67; τὰ εἰωθότα, das Gewöhnliche, Uebliche, Plat. Conv. 223 a; Ar. Ran. 1; Herodot. 3, 31 οὐκ ἐωθότα ἐπενόεε ποιήσειν; 3, 80 ἐκτὸς τῶν ἐωθότων νοημάτων.

Greek (Liddell-Scott)

ἔθω: (ἴδε ἐν τέλει): εἶμαι συνειθισμένος, συνηθίζω· ὁ ἐνεστ. ἐν χρήσει μόνον κατὰ μετοχ. μετὰ παρεμφατικοῦ ῥήματος, ὅπως αἱ μετοχαὶ λαθὼν καὶ τυχὼν, ὃς κακὰ πόλλ’ ἔρδεσκεν ἔθων Οἰνῆος ἀλωήν, «ὃς πολλὰ κακὰ εἰργάζετο ἐξ ἔθους ἐπιφοιτῶν εἰς τὰ σύμφυτα χωρία τοῦ Οἰνέως» (Θ. Γαζῆς), Ἰλ. Ι. 540 οὓς παῖδες ἐριδμαίνωσιν ἔθοντες, οὓς ἂν παῖδες ἐξ ἔθους ἐρεθίζωσιν, Π. 260: - ὁ πρκμ. εἴωθα, Ἰων. ἔωθα (ἀμφότεροι οἱ τύποι παρ’ Ὁμ.) κεῖται ἀντὶ ἐνεστῶτος καὶ ὁ ὑπερσ. εἰώθειν, Ἰων. ἐώθεα ἀντὶ παρατατ.: - συνηθίζω, ἔχω τὴν συνήθειαν, τὸ πλεῖστον μετ’ ἀπαρ., ὡς ἐν Ἰλ. Ε. 766, Ἡροδ. 3. 36, Θουκ. 1. 99, κλ.: ἀπροσ. ὥσπερ εἰώθει (ἐνν. γενέσθαι) Πλουτ. Σύλλ. 9. κλ.: - ἡ μετοχὴ κεῖται ἀπολ. ἐπὶ προσώπων, εἰθισμένος, συνήθης, ἡνιόχῳ εἰωθότι Ἰλ. Ε. 231· ὑμῖν... τοῖς εἰωθόσιν, οἱ ὁποῖοι συνηθίζετε νά με ἀκούητε Σοφ. Φ. 939˙ οὐκ ἐωθώς, praeter morem, παρὰ τὸ ἔθος, Ἡρόδ. 1. 111˙ καὶ ἐπὶ πραγμάτων, τὰ ἐωθότα νοήματα ὁ αὐτ. 3. 80˙ ἐν τῷ εἰωθότι τρόπῳ Πλάτ. Ἀπολ. 27Β. κλ.˙ συχνάκις κατ’ οὐδέτ., κατὰ τὸ εἰωθός, κατὰ τὴν συνήθειαν, Θουκ. 4. 17˙ παρὰ τὸ εἰωθὸς αὐτόθι 55˙ τὰ εἰωθότα, συνήθη πράγματα, Ἀριστοφ. Βάτρ. 1, Θουκ. 2. 51, κτλ.: ‒ ἐν Ἀρχίππ. Ἀδήλ. 10, Ἀραρ. Ἀδήλ. 2. ὑπάρχει ἐωθώς: ‒ Ἐπίρρ. εἰωθότως, ἦ πολλὰ χαίρειν μ’ εἶπας οὐκ εἰωθότως Σοφ. Ἠλ. 1456. (Εἰς τὴν αὐτὴν ῥίζαν ἀνήκουσι καὶ τὰ ἑξῆς: ἔθος, ἦθος, ἠθεῖος, ἐθίζω: ‒ Ἡ ῥίζα αὕτη εἶναι ΣFΕΘ, ὡς φαίνεται ἐκ τοῦ Σανσκρ. svadh-â (voluntas, vis), Λατ. sue-sco, sue-tus˙ πρβλ. Γοτθ. sid-us (ἦθος), Παλ. Ὑψ. Γερμ. sit-u (sitte).)

French (Bailly abrégé)

seul. part. prés. ἔθων, pf.2 εἴωθα, pqp. εἰώθειν;
avoir coutume : κακὰ ἔρρεζε ἔθων IL il faisait le mal selon son habitude ; pf. εἴωθα, j’ai l’habitude de, avec l’inf. ; • impers. ὥσπερ εἰώθει (s.e. γενέσθαι) PLUT comme cela avait coutume d’avoir lieu, selon la coutume ; part. εἰωθώς, -υῖα, -ός, accoutumé, habituel ; ἐν τῷ εἰωθότι τρόπῳ PLAT de la façon accoutumée ; κατὰ τὸ εἰωθός THC selon la coutume ; παρὰ τὸ εἰωθός THC contre l’usage.
Étymologie: R. ΣϜεθ > Εθ ; cf. lat. suesco.

English (Autenrieth)

(σϝε<<><>>θω), part. ἔθων, perf. 2 εἴωθα, ἔωθε: be accustomed, wont; κακὰ πόλλ' ἔρδεσκεν ἔθων, ‘was in the habit of continually working mischief,’ Il. 9.540 ; οὓς παῖδες ἐριδμαίνωσιν ἔθοντες, ‘as is their wont,’ Il. 16.260 ; ὑφ' ἡνιόχῳ εἰωθότι, ‘their accustomed driver, Il. 5.231.

Spanish (DGE)

• Morfología: [aor. εἶθον sólo en gram., Hsch.s.u. εἰθεῖν, Epim.Hom.Il.1.311]
1 espantar, ahuyentar, excitar οὓς παῖδες ἐριδμαίνωσιν ἔθοντες (avispas) a las que los niños irritan espantándolas, Il.16.260, cf. Hsch.
2 devastar ὃς κακὰ πόλλ' ἕρδεσκεν ἔθων Οἰνῆος ἀλωήν el que causaba muchos males devastando la huerta de Eneo del jabalí de Calidón Il.9.540, Ἄργος ἔθειν del león de Nemea, Call.SHell.267.2, cf. Hsch.
3 interpr. por los gram. como pres. de εἴωθα acostumbrarse a Hdn.Gr.2.236, Orio s.u. ἔθειρα, Epim.Hom.l.c., εἰθεῖν· μαθεῖν Hsch.l.c., cf. EM 306.47G., Eust.773.26.

• Etimología: Prob. rel. ai. ávadhīt, de *wedh- ‘sacudir’, aunque la Ϝ- inicial no ha dejado huellas. Cf. el iter.-intens. ὠθέω, q.u.

English (Strong)

a primary verb; to be used (by habit or conventionality); neuter perfect participle usage: be custom (manner, wont).

Greek Monotonic

ἔθω: συνηθίζω, είμαι συνηθισμένος· ο ενεστ. μόνο στη μτχ., κακὰ πόλλ' ἔρδεσκεν ἔθων, πολλά κακά μηχανευόταν από συνήθεια αυτός, δηλ. ήταν συνηθισμένος σ' αυτό, σε Ομήρ. Ιλ.· διαφορετικά, παρακ. εἴωθα, Ιων. ἔωθα χρησιμ. ως ενεστ., και υπερσ. εἰώθειν, Ιων. ἐώθεα ως παρατ.· συνηθίζω, εξοικειώνομαι, αποκτώ τη συνήθεια, με απαρ., σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ. κ.λπ.· ως απόλυτη μτχ., συνηθισμένος, συνήθης, σε Ομήρ. Ιλ., Σοφ. κ.λπ.· ως ουδ., κατὰ τὸ εἰωθός, σύμφωνα με τη συνήθεια, παρὰ τὸ εἰωθός, αντίθετα προς τη συνήθεια, σε Θουκ.· επίρρ., εἰωθότως, συνηθισμένα, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἔθω: (только part. praes. ἔθων, pf. 2 εἴωθα - ион. ἔωθα, ppf. εἰώθειν - ион. ἐώθεα) иметь привычку, иметь обыкновение: ἔθων Hom. привыкший или по своему обыкновению; οὐκ εἰωθότες ταλαιπορεῖν Thuc. не привыкшие к тяготам; ἡ εἰωθυῖα εἰρωνεία Σωκράτους Plat. обычная ирония Сократа; τὸ εἰωθός Thuc., Arst. обычай, обыкновение; ἡ εἰωθυῖα διάλεκτος Arst. обиходный язык; τοῦτο συμβαίνειν или γίνεσθαι εἴωθεν Arst. это обычно (и) происходит.

Middle Liddell


to be accustomed: the pres. only in partic., κακὰ πόλλ' ἔρδεσκεν ἔθων much ill he wrought by custom, i. e. was accustomed to work, Il.; otherwise, perf. εἴωθα, ionic ἔωθα is used as a pres., and plup. εἰώθειν, ionic ἐώθεα, as imperf.:— to be wont or accustomed, be in the habit, c. inf., Il., Hdt., etc.:—in part. absol. accustomed, customary, usual, Il., Soph., etc.; in neut., κατὰ τὸ εἰωθός according to custom, παρὰ τὸ εἰωθός contrary to custom, Thuc.

Chinese

原文音譯:œqw 誒拖
詞類次數:動詞(4)
原文字根:習常 相當於: (פַּעַם‎)
字義溯源:(成為)習常*,慣於,常規,常例,常
同源字:1) (ἐθίζω)習慣於 2) (ἔθος)習慣 3) (ἔθω / εἴωθα)習性 4) (ἦθος)習常
出現次數:總共(4);太(1);可(1);路(1);徒(1)
譯字彙編
1) 常例(1) 徒17:2;
2) 常規(1) 路4:16;
3) 常(1) 可10:1;
4) 有一常例(1) 太27:15