Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἔκκριτος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἔκκρῐτος Medium diacritics: ἔκκριτος Low diacritics: έκκριτος Capitals: ΕΚΚΡΙΤΟΣ
Transliteration A: ékkritos Transliteration B: ekkritos Transliteration C: ekkritos Beta Code: e)/kkritos

English (LSJ)

ον,

   A picked out, select, ἔ. δεκάς a chosen ten, A.Pers.340 ; πλῆθος ἔ. στρατοῦ ib.803, cf. Th. 57 ; ἔ. δικασταί Pl.Lg.926d ; ἔ. δώρημα, = ἐξαίρετον, S.Aj.1302 ; ἔ. ἄλλων A.R.4.1185 ; ἔ. νομίζεσθαι Philostr.Gym.23 : neut. ἔκκριτον, as Adv., above all, eminently, E.Tr.1241.    2 evacuated, Arist.Pr. 861a36.

German (Pape)

[Seite 765] ausgesondert, ausgewählt; δικασταί Plat. Legg. XI, 926 d; auserlesen, vorzüglich, ἀρίστους ἄνδρας ἐκκρίτους πόλεως Aesch. Spt. 57; δώρημα Soph. Ai. 1281; Τροία πόλεων ἔκκριτον μισουμένη, vor anderen Städten gehaßt, Eur. Tr. 1241. – Adv., Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἔκκρῐτος: -ον, ἐπίλεκτος, ἐξαίρετος, «διαλεχτός», ἔκκρ. δεκάς, ἐκλεκτὴ δεκάς, Αἰσχύλ. Πέρσ. 340· πλῆθος ἐκκρ. στρατοῦ αὐτόθι 803, πρβλ. Θήβ. 57· ἔκκρ. δικασταὶ Πλάτ. Νόμ. 926D· ἔκκρ. δώρημα = ἐξαίρετον Σοφ. Αἴ. 1302· - οὐδ. ἔκκριτον, ὡς ἐπίρρ., ἐξόχως, ὑπερβαλλόντως, Εὐρ. Τρῳ. 1241. 2) δι’ ἐκκρίσεως ἀποχωρισθείς, Ἀριστ. Προβλ. 1. 18.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
choisi, de choix, distingué.
Étymologie: ἐκκρίνω.

Spanish (DGE)

(ἔκκρῐτος) -ον
I 1elegido, escogido, seleccionado
a) gener. αἰχμαλώτων ... τιν' ἔκκριτον θανεῖν E.Hec.267, τὸ τῶν ἐκκρίτων δικαστῶν δικαστήριον el tribunal de los jueces escogidos e.d. un tribunal de apelación de jueces seleccionados de cada cuerpo de magistrados, Pl.Lg.926d, ἱερεῖα Plu.Sol.23, c. gen. ἔκκριτον ἄλλων ἀρνειὸν μήλων A.R.4.1185, cf. Theoc.16.39;
b) ref. la guerra selecto, que es la flor, de élite (ἔ.) δεκάς flotilla escogida de diez naves, A.Pers.340, δύναμις cuerpo de élite I.BI 4.658, c. gen. πλῆθος ἔκκριτον στρατοῦ las tropas de élite del ejército A.Pers.803, ἀρίστους ἄνδρας ἐκκρίτους πόλεως a los hombres elegidos como los mas valerosos de la ciudad A.Th.57, cf. Hld.9.15.1.
2 excelente, extraordinario, sobresaliente δώρημα S.Ai.1302, τὸν ἐν πάτρῃ πρέψαντα τιμαῖς ἐκκρίτοις Sitz.Heid. 1974(3).30 (Tesalia), ἔκκριτα ἔργα IG 11(4).1105.6 (III a.C.), τὸ παρ' αὐτοῖς ἔκκριτον συνέδριον SEG 29.127.2.58 (Atenas II d.C.)
de pers. muy destacado, notable, eminente ὡς ἂν ὄντες ἔκκριτοι καὶ διὰ τὰς ἑαυτῶν κτήσεις ἐπιθυμοῦντες εἰρήνης que eran personas muy destacadas y a causa de sus riquezas amantes de la paz I.BI 2.338, οἱ ἔκκριτοι καὶ φιλομαθέστατοι καὶ ὅ τι ἄνθος Ἑλλήνων Them.Or.61b, c. ἐκ y gen. τὸν ἔκκριτον ἐξ συνεφήβων ISmyrna 528.1 (II a.C.)
neutr. como adv. ἔκκριτον de manera especial o sobresaliente Τροία ... πόλεων ἔκκριτον μισουμένη Troya odiada por encima de las demás E.Tr.1241.
II secretado, evacuado de residuos del cuerpo, Arist.Pr.861a36.
III adv. -ως
1 excelentemente ἡ ἱεραρχικὴ τάξις ... τὰ τελεσιουργὰ τῆς ἱεραρχίας ἐ. τελετουργοῦσα Dion.Ar.EH 108.6, cf. 107.19.
2 extraordinariamente παρὰ πάντα τῆς ἀγγελικῆς ἐπωνυμίας ἐ. ἠξίωνται Dion.Ar.CH 4.2, cf. Eust.1008.15.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἔκριτος, -ον)
1. επίλεκτος, εξαίρετος
2. αυτός που αποχωρίστηκε με έκκριση.

Greek Monotonic

ἔκκρῐτος: -ον, διαλεκτός, επιλεγμένος, εκλεκτός, σε Αισχύλ., Σοφ.· ουδ. ἔκκριτον ως επίρρ., πάνω από όλα, εξαιρετικά, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἔκκρῐτος:
1) избранный, выборный (δικασταί Plat.);
2) избранный, отборный (ἄνδρες Aesch.; δώρημα Soph.; λεκτοί τ᾽ ἔκκριτοι νεανίαι Eur.; ἱερεῖον Plut.).

Middle Liddell

ἔκκρῐτος, ον [from ἐκκρί¯νω]
picked out, select, Aesch., Soph.:—neut. ἔκκριτον, as adv. above all, eminently, Eur.