Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἔναιμος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἔναιμος Medium diacritics: ἔναιμος Low diacritics: έναιμος Capitals: ΕΝΑΙΜΟΣ
Transliteration A: énaimos Transliteration B: enaimos Transliteration C: enaimos Beta Code: e)/naimos

English (LSJ)

ον,

   A with blood in one, θεοὶ ἔ. καὶ σαρκώδεις of flesh and blood, Hdt.3.29; charged with blood, opp. ἄναιμος, ἔναιμον καὶ πυκνόν, οἷον ἧπαρ Hp.VM22; πλεύμων Arist. PA669a25, al.; ἔναιμα particles of blood, Pl.Ti.81a; ἐναίμων κολλητικά bleeding wounds, Dsc.1.110; τὰ ἔ., of sacrifices, Ph.2.250.    2 τὰ ἔ. red-blooded animals, Arist.HA489a30, PA690b11, al.    3 Χρῶμα ἔ. blood-colour, Pl.Ti.68b.    4 metaph., full of blood, vigorous, Χλωρὰ καὶ ἔ. τὰ πράγματα Gorg. ap. Arist.Rh.1406b9(nisi leg. ἄναιμα).    II ἔναιμα (sc. φάρμακα) medicaments for stanching blood, Hp.Art.63: sg., Fract.24; φάρμακον ἔ. Thphr.HP4.7.2.    2 ἔ. ἀγωγή treatment of bleeding wounds, Orib.46.8.15, cf. 45.18.31. Adv. -μως ibid., Antyll.ib.44.23.46.

German (Pape)

[Seite 825] mit Blut versehen, καὶ σαρκώδης Her. 5, 29, wie ζῷα Arist. H. A. 5, 2; Hippocr.; im Blute befindlich, Plat. Tim. 81 a; – blutig, χρῶμα ibid. 68 b. Von Wunden u. Geschwüren, Medic.; φάρμακον, Blut stillend, Hippocr.

Greek (Liddell-Scott)

ἔναιμος: -ον, ἔχων αἷμα, θεοὶ ἔναιμοι καὶ σαρκώδεις, σάρκα καὶ αἷμα ἔχοντες, Ἡρόδ. 3. 29· πλήρης αἵματος, ἀντίθ. τῷ ἄναιμος· ἔναιμον καὶ πυκνόν, οἷον ἧπαρ Ἱππ. π. Ἀρχ. Ἰητρ. 18· ὁ πλεύμων Ἀριστοφ. π. Ζ. Μορ. 3. 6, 6 κ. ἀλλ.· ἔναιμα, τὸ σῶμα μετὰ τῶν αἱματοφόρων αὐτοῦ ἀγγείων, κτλ., Πλάτ. Τίμ. 81Α· ἀλλ’ ἐν Διοσκ. 1. 152 ἔναιμα = τραύματα ἢ ἕλκη ἐξ ὧν ῥέει αἷμα. 2) τὰ ἔναιμα ζῷα, ἔχοντα αἷμα ἐρυθρόν, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 1. 4, 3., 1. 6, 4, π. Ζ. Μορ. 4. 11, 1, κ. ἀλλ. 3) χρῶμα ἔναιμον, κόκκινον ὡς αἷμα, Πλάτ. Τίμ. 68Β. 4) μεταφορ., πρόσφατος, χλωρὰ καὶ ἔναιμα τὰ πράγματα, νέα, πρόσφατα, στάζοντα ἀκόμα αἷμα, ἀσαφὴς μεταφορὰ ἣν κατακρίνει ὁ Ἀριστοτέλης, Γοργ. παρ’ Ἀριστ. ἐν Ρητορ. 3. 3, 4. ΙΙ. ἔναιμον φάρμακον ἢ ἔναιμον μόνον, τὸ ἐπιτιθέμενον εἰς τραῦμα πρὸς ἐπίσχεσιν τοῦ αἵματος, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 829, πρβλ. π. Ἀγμ. 766, κτλ., πρβλ. ἴσχαιμος.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 fait de sang : θεοὶ ἔναιμοι καὶ σαρκώδεις HDT des dieux de sang et de chair;
2 plein de sang, sanguin ; vigoureux.
Étymologie: ἐν, αἷμα.

Spanish (DGE)

-ον
I 1que tiene sangre, sanguíneo θεοὶ ... ἔναιμοί τε καὶ σαρκώδεες dioses de sangre y carne, e.e., dioses de carne y hueso Hdt.3.29, ζῷα op. ἄναιμος Arist.HA 490a22, cf. PA 690b11, Ath.353f, ταῦτ' ἔναιμα κατήσθιον se los comían cuando todavía tenían sangre I.AI 6.120, cf. Gal.10.848, Ael.NA 13.7
neutr. subst. τὰ ἔναιμα animales que tienen sangre, sanguíneos Arist.HA 489a30, GA 732a21, Thphr.HP 1.2.5, op. τὰ μὴ ἔναιμα animales sin sangre Arist.PA 668b35, ἐναίμων καὶ ἀνεψε[τῶν] ἀπέχεσθαι abstenerse de alimentos sanguíneos y crudos, PMag.4.53, cf. Eus.HE 2.17.22.
2 ensangrentado, cubierto de sangre θέρη Plu.Fab.2, c. ac. de rel. ἀνὴρ ... τὴν χεῖρα ἔ. un hombre con la mano ensangrentada Hld.2.16.1
sangriento, cruento ref. las ofrendas, Ph.2.250, θυσίαι Gr.Naz.M.35.728A, Chrys.M.61.742.
3 de la sangre χρῶμα Pl.Ti.68b, Aët.7.22, cf. Luc.Im.7
en lit. crist. τὸ ἔ. μυστήριον el misterio de la sangre de Cristo, Hippol.in S.Pasch.15.
4 consanguíneo, incestuoso ἀπολλύμενον [γ] άμον ἔναιμον Ἰοκάστης prob. en juego de palabras con 2 ‘sangriento’, Trag.Adesp.732.8.
5 fig. lleno de sangre, vigoroso χλωρὰ καὶ ἔναιμα τὰ πράγματα Gorg.B 16 (var.)
neutr. subst. τὸ ἔναιμον vigor τὸ ἔ. καὶ ζωτικὸν δηλοῖ muestra la fuerza vigorizante y vivificante Origenes M.17.269D.
II medic.
1 lleno de sangre ἁπαλὸν δὲ καὶ τεθηλὸς καὶ ἔναιμον καὶ πυκνόν, οἷον ἧπαρ Hp.VM 22, πλεύμων Arist.PA 669a24, ἀγγεῖα Ruf.Onom.197, cf. Gal.4.659
subst. τὸ ἔναιμον parte del cuerpo que contiene sangre πρὸς τὰ ἐναιμότατα τοῦ σώματος Hp.Flat.7, τὸ σαρκῶδες καὶ ἔναιμον τοῦ σώματος Ptol.Iudic.20.18
neutr. subst. τὰ ἔναιμα partículas de sangre Pl.Ti.81a.
2 hemostático, que sirve para restañar la sangre φάρμακον Thphr.HP 4.7.2, ἔμπλαστροι Archig. en Aët.9.42, cf. Iulianus en Gal.13.557, Apollon. en Gal.12.816, Dsc.5.13.1, ἔ. ἀγωγή Orib.45.18.31
subst. (τὸ) ἔναιμον medicamento hemostático ἰητρεύσουσι τὰ μὲν ἕλκεα ... πισσηρὴν ἐπιθέντες, ἢ ἔναιμον Hp.Fract.24.
3 sangrante τραύματα Gal.4.770, ἕλκη Ruf.Ren.Ves.9.2
subst. τὰ ἔναιμα heridas sangrantes Hp.Art.63, τὰ δὲ ἄνθη αὐτῆς ... ἐναίμων κολλητικά Dsc.1.110.2.
III adv. -ως con sangre, estando lleno de sangre κᾀπὶ τῶν ἐ. κολλωμένων συντρήσεων Gal.8.310, cf. 10.258, ἐναίμως ἰᾶσθαι Gal.10.257, cf. Antyll. y Heliod. en Orib.44.20.46.

Greek Monolingual

-η, -ο(ν) (AM ἔναιμος, -ον)
αυτός που έχει μέσα του αίμα, ο γεμάτος αίμα («ἔναιμον καὶ πυκνὸν οἷον ἧπαρ», Ιππ.)
αρχ.
1. (για τραύμα) ματωμένος, που τρέχει αίμα
2. αυτός που μοιάζει στο χρώμα με αίμα, αιματώδης
3. νέος, πρόσφατος («χλωρὰ καὶ ἔναιμα τὰ πράγματα», Αριστοτ.)
4. φρ. α) «ἔναιμα ζῶα» — αυτά που έχουν κόκκινο αίμα, τα σπονδυλωτά
β) «ἔναιμον φάρμακον» — φαρμακευτικές ουσίες χρήσιμες για το σταμάτημα του αίματος πρόσφατων τραυμάτων
5. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ ἔναιμα
α) θύματα, σφάγια για θυσία
β) μόρια αίματος.
επίρρ...
ἐναίμως
με αίμα.

Greek Monotonic

ἔναιμος: -ον (αἷμα), αυτός που έχει αίμα μέσα του, αιματώδης, ματωμένος, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

ἔναιμος:
1) наполненный кровью (ὁ πλεύμων Arst.): ἔ. καὶ σαρκώδης Her. состоящий из плоти и крови;
2) кровавый, кровоточащий (καταμήνια Arst.; θέρη σταχύων Plut.);
3) зоол. обладающий красной кровью, т. е. теплокровный (τὰ ἔναιμα - sc. ζῷα - ἢ ζῳοτοκεῖ ἢ ᾠοτοκεῖ Arst.);
4) окровавленный (λάφυρα Plut.);
5) кровяной, кроваво-красный (χρῶμα Plat.).

Middle Liddell

ἔν-αιμος, ον adj αἷμα
with blood in one, Hdt.