Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἔνδοθεν

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἔνδοθεν Medium diacritics: ἔνδοθεν Low diacritics: ένδοθεν Capitals: ΕΝΔΟΘΕΝ
Transliteration A: éndothen Transliteration B: endothen Transliteration C: endothen Beta Code: e)/ndoqen

English (LSJ)

Adv.

   A from within, Od.20.101, Ar.Nu.1164 (lyr.), etc.; ὑπό τινων ἔνδοθεν πρασσόντών Th.2.79:    c gen., ἔ. στέγης from inside the tent, S.Aj.741.    2 of oneself, by one's own doing, A. Th.194; οὔτ' ἔ. οὔτε θύραθεν neither of oneself nor by help of others, S.Tr. 1021 (lyr.).    II within, c. gen., αὐλῆς Il.6.247; οἴκου v. l. in Hes. Op.523.    2 abs., θυμὸν τέρπεται ἔ. Pi.P.2.74, cf. Hdt.2.68, Com.Adesp.21.31 D., etc.; εἴ οἱ φρένες . . νοήμονες ἔ. ἦσαν Theoc.25.80; οἱ ἔ. the domestics, Ar.Pl.228, 964; also, the citizens, Pl.Ti.17d; ὁ ἔ. θόρυβος Th.8.71; τἄνδοθεν ibid. (but, the inner man, Pl.Phdr.279b); ὁ καρπὸς ὁ ἔ. the produce of her own property, Leg.Gort.3.27.

German (Pape)

[Seite 834] eigentlich = »von Innen heraus«, »von Innen her«, sodann auch = ἔνδοθι, »DRINNEN«, »INNERHALB«, s. Lehrs. Aristarch. ed. 2 p. 136. Also: – 1) »von Innen heraus«, »von Innen her«; Od. 20, 101, wie v. 105 ἐξ οἴκου, u. öfter, wie die Folgdn; αὐτοὶ δ' ὑφ' αὑτῶν ἔνδοθεν πορθούμεθα Aesch. Spt. 176; vgl. Soph. Tr. 1017, wo οὔτ' ἔνδ. οὔτε θύραζε »weder von mir selbst, noch von einem Anderen« heißt; μή τις ἔνδοθεν κλύῃ, von innen her es hört, El. 1229; vgl. Eur. I. A. 819; ἔξειμι ἔνδ. Plat. Conv. 174 e; δότω τὴν κιθάραν τις ἔνδοθεν Plat. com. Poll. 10, 190. – 2) drinnen, innerhalb; Od. 4, 293; αὐλῆς Il. 6, 247; Pind. P. 2, 74 u. Folgde; Ar. Ran. 614; φαίνονται ἔνδοθεν ἀγάλματα ἔχοντες, eigtl. von innen her zeigen sie sich, Plat. Conv. 215 b; – αἱ ἔνδ. ἐπιθυμίαι Tim. 70 b; τἄνδοθεν Phaedr. 279 h; Folgde.

Greek (Liddell-Scott)

ἔνδοθεν: Ἐπίρρ. ἐκ τῶν ἔσω, ἔσωθεν, Λατ. intrinsecus, Ὀδ. Υ. 101, Τραγ, κτλ.: πρβλ. ἔντοσθε: - μετὰ γεν., ἔνδοθεν στέγης, ἔσωθεν τῆς σκηνῆς, Σοφ. Αἴ. 741. 2) ὡς τὸ οἴκοθεν, ἀφ’ ἑαυτοῦ, τῇ ἰδίᾳ ἐνεργείᾳ, Αἰσχύλ. Θήβ. 194· οὔτ’ ἔνδοθεν, οὔτε θύραθεν, οὔτε ἐξ ἐμαυτοῦ, οὔτε τῇ βοηθείᾳ ἄλλου, Σοφ. Τραχ. 1021. ΙΙ. ἐντός, μετὰ γεν., αὐλῆς Ἰλ. Ζ. 247· οἴκου Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 521. 2) ἀπολ., θυμὸν τέρπεται ἔνδοθεν Πινδ. Π. 2. 136· οὕτω παρ’ Ἡροδ. 2. 68 καὶ συχν. παρ’ Ἀττ., οἱ ἔνδοθεν, οἱ οἰκέται, Ἀριστοφ. Πλ. 228, 964· ἀλλ’ ὡσαύτως, οἱ ἐντὸς τῆς πόλεως, Θουκ. 2. 79, κτλ.· τὰ ἔνδοθεν ὁ αὐτ. 8. 71· τἄνδοθεν Πλάτ. Φαῖδρ. 279Β.

French (Bailly abrégé)

adv.
1 de l’intérieur, du dedans : ἔνδοθεν στέγης SOPH de l’intérieur de la tente ; fig. de soi-même, par soi-même;
2 à l’intérieur, au dedans : οἱ ἔνδοθεν les gens de la maison, les serviteurs ; τὰ ἔνδοθεν THC les choses de l’intérieur ; avec un gén. : au dedans de.
Étymologie: ἔνδον, -θεν.

English (Autenrieth)

from within, within; w. gen., Il. 6.247.

English (Slater)

ἔνδοθεν
   1 (from) within οὐδ' ἀπάταισι θυμὸν τέρπεται ἔνδοθεν (P. 2.74)

Spanish (DGE)

adv.
I 1de dentro, desde dentro
a) de algún lugar, la casa, ciudad, etc. φήμην τίς μοι φάσθω ... ἔ. que alguien diga una palabra desde dentro, Od.20.101, ὃν κάλεσον ... ἔ. ὡς ἐμέ Ar.Nu.1164, cf. Pl.Com.10.1, Com.Adesp.1014.34, παρθένον τινὰ ... λαλοῦσαν ἐκ τῶν πετρῶν ἔ. Luc.Dom.3, οὐκ ἐλήφθην ἔ. κλέπτων τὸν οἶνον no me pillaron robando de dentro el vino Ar.Eq.101, τὰ δὲ χρήματα ἔ. ἐξεφορήσαντο ... εἰς τὴν ὁμότοιχον οἰκίαν Is.6.39, cf. Th.2.79, cf. Men.Dysc.783, κόπτουσι ... θύρας ἔ. ... ὅπως αἴσθησις ἔξω γίνοιτο Plu.Publ.20, ἔ. ... ἐξάγοντα Aristid.Quint.41.16, cf. Charito 7.4.8;
b) del interior de la pers. Phalar.Ep.122, ὁ νοῦς ... κινηθεὶς ἔ. ἐξ ἑαυτοῦ Ph.1.215, ἐπιφωνεῖ ἔ. ὑπηχῶν αὐτῇ καὶ λέγων Eus.PE 6.6.48, ἔ. ἀπὸ τῶν σπλάγχνων ὑποβρυχόμενος Gr.Nyss.Paup.2.114.22.
2 dentro, en el interior, por dentro
a) gener. Ζηνός που τοιήδε γ' Ὀλυμπίου ἔ. αὐλή tal el palacio de Zeus Olímpico por dentro, Od.4.74, op. θύραθεν, ἔξωθεν: αὐτοὶ δ' ὑπ' αὐτῶν ἔ. πορθούμεθα A.Th.194, ἔξωθεν οἱ ἐπιβουλεύοντες, ἔ. οἱ συμπράττοντες D.19.299, τὸ στόμα ἔ. φορέει πᾶν μεστὸν βδελλέων lleva la boca por dentro toda llena de sanguijuelas Hdt.2.68, ἐν χείλεσιν ἀμφοτέροις ἕλκεα στρογγύλα ἔ. Hp.Epid.4.37, τō καρπō τō ἔ. de las rentas producidas dentro de la casa, e.d., del matrimonio, ref. los bienes gananciales ICr.4.72.3.27 (Gortina IV a.C.), καρπὸν ... ἔ. πυρῆνας ἔχοντα Dsc.1.93.1, cf. 68.1, διὰ τὸν ἔ. τε καὶ ἔξωθεν ... γενησόμενον θόρυβον Th.8.71, ἐκαίετο ἔ. (el enfermo) ardía por dentro de fiebre, Hp.Epid.5.17, cf. Arist.Pr.871a7, Aret.SA 1.7.3, Synes.Dio 9, en una receta τριπλόον ἐνθρύπτων ὀδελοῦ βάρος ἔ. οἴνης Nic.Th.655, ἀγγεῖον ... ἐν ᾧ ἔ. ἔστω Hero Spir.1.20, βεβαρημένον ἔ. ἵππον del caballo de Troya, Triph.357
subst. ὁ, ἡ ἔ.: τῶν ἔ. τις uno de los de dentro Ar.Pl.228, 964, Pl.Ti.17d, ἀμφορέα ... λαβὼν τῶν ἔ. Ar.Fr.310, cf. Alex.85.3
subst., medic. τὰ ἔ. las partes internas del cuerpo Hp.Hum.10;
b) ref. a partes que son sede de lo anímico del hombre dentro, interiormente οὐδ' εἴ οἱ κραδίη γε σιδηρέη ἔ. ἦεν Od.4.293, cf. 467, B.17.86, A.R.1.274, καί μοι φρενὸς ἔ. ἄλγεα κεῖται y tengo dentro penas del corazón Sol.4.1, cf. Pi.P.2.74, E.Or.1122, Theoc.25.80, πηδῶν δ' ὁ θυμὸς ἔ. μαντεύεται Trag.Adesp.176
del interior anímico en gener. τὸ κακὸν κατακείμενον ἔνδοθεν ἦλθεν Thgn.6.3Y., ᾧ μὴ δακέθυμος ἱδρὼς ἔ. μόλῃ a quien el esfuerzo no le nazca de dentro Simon.74.6, οὔτ' ἔ. οὔτε θύραθεν ni en mi interior ni fuera de él S.Tr.1021, ἂν δὲ σαυτὸν ἀνοίξῃς ἔ. si te abres a ti mismo en tu interior Democr.B 149
subst. τἄνδοθεν lo interior, la parte interior como sinón. de la parte anímica en el hombre δοίητέ μοι καλῷ γενέσθαι τἄνδοθεν concededme la belleza interior Pl.Phdr.279b.
II c. rég. de gen.
1 c. verb. de mov. desde dentro de ἔ. στέγης μὴ 'ξω παρήκειν S.Ai.741.
2 c. verb. de estado dentro de, en el interior de ἔ. αὐλῆς ... ἔσαν Il.6.247, cf. 24.161, ἔ. μὲν τοῦ τείχους Dion.Byz.10, ἔ. αὐτῆς (κιβωτοῦ) εἰλημμένον Cels.Phil.3.33
subst. τὸ ἔ. lo de detrás, el otro lado τὸ ἔ. τοῦ καταπετάσματος LXX Nu.18.7, τῆς τε ἐσθῆτος τὰ ἔ. Luc.Gall.26.

Greek Monolingual

(AM ἔνδοθεν)
επίρρ. μέσα, εντός (α. «ἔνδοθεν οἴκου», Ησίοδ.
β. «θυμόν τέρπεται ἔνδοθεν», Πίνδ.)
αρχ.
1. από μέσα («ὅν κάλεσον τρέχων ἔνδοθεν ὡς ἐμέ», Αριστοφ.)
2. αυτοπροαίρετα («αὐτό δ' ὑφ' αὑτῶν ἔνδοθεν πορθούμεθα», Αισχύλ.)
3. (ενάρθρ. ως επίθ.) εσωτερικός («ἀπό τῶν ἔνδοθεν ἐπιθυμιῶν», Πλάτ.)
4. «τὰ ἔνδοθεν» — οι ψυχικές ιδιότητες, ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου
5. οἱ ἔνδοθεν ως ουσ.
α) οικέτες, οι υπηρέτες μέσα στο σπίτι
β) οι πολίτες.

Greek Monotonic

ἔνδοθεν: (ἔνδον), επίρρ., εκ των έσω, από μέσα προς τα έξω, Λατ. intrinsecus, σε Ομήρ. Οδ., Τραγ. κ.λπ.·
I. 1. με γεν., ἔνδοθεν στέγης, από το εσωτερικό μέρος της σκηνής, σε Σοφ.
2. όπως το οἴκοθεν, από μόνο του, με την ίδια την ενέργεια κάποιου από μόνη της, σε Αισχύλ.
II. 1. εντός, με γεν., σε Ομήρ. Ιλ., Ησίοδ.
2. απόλ., σε Ηρόδ.· οἱ ἔνδοθεν, οι υπηρέτες, οι οικιακοί, οι σπιτικοί δούλοι, σε Αριστοφ.· ή άνθρωποι μέσα σε μία πόλη, πολίτες, ντόπιοι, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἔνδοθεν:
I adv.
1) изнутри (φήμην φάσθαι τινί Hom.; ἐξιέναι Plat.): αὐτοὶ ὑφ᾽ αὑτῶν ἔ. πορθούμεθα Aesch. мы (фиванцы) сами несем себе гибель; οὔτ᾽ ἔ. οὔτε θύραθεν Soph. ни собственными силами, ни с посторонней помощью;
2) внутри (ἔ. τε καὶ ἔξωθεν Thuc.): οἱ ἔ. Arph. домашние, домочадцы, Polyb. население или защитники города; καλὸς γενέσθαι τἄνδοθεν Plat. стать внутренне прекрасным.
II praep. cum gen.
1) изнутри, из (στέγης Soph.);
2) внутри, в (ἔ. αὐλῆς Hom.).

Middle Liddell

adverbἔνδον
I. adv. from within, Lat. intrinsecus, Od., Trag., etc.:—c. gen., ἔνδοθεν στέγης from inside the tent, Soph.
2. like οἴκοθεν, of oneself, by one's own doing, Aesch.
II. within, c. gen., Il., Hes.
2. absol., Hdt.; οἱ ἔνδοθεν the domestics, Ar.; or the people inside the city, Thuc.