Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἔντροφος

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: ἔντροφος Medium diacritics: ἔντροφος Low diacritics: έντροφος Capitals: ΕΝΤΡΟΦΟΣ
Transliteration A: éntrophos Transliteration B: entrophos Transliteration C: entrofos Beta Code: e)/ntrofos

English (LSJ)

ον, (ἐντρέφω)

   A living in or acquainted with, σὺ γάρ με μόχθῳ τῷδ' ἔθηκας ἔ. S.OC1362; παλαιᾷ μὲν ἔ. ἁμέρᾳ, λευκῷ δὲ γήρᾳ Id.Aj. 622 codd.; ἔ. ὕλῃ reared in .., A.R.1.1117.    2 as Subst., ἔ. τινος nursling of... E.IA289(lyr.), cf. Arist.Fr.675, AP9.242 (Antiphil.). —Poet. word.

German (Pape)

[Seite 858] darin ernährt, erzogen; ὕλῃ, im Walde, Ap. Rh. 1, 1117; αἰγιαλῶν Antiphil. 41 (IX, 242). Uebertr., παλαιᾷ ἔντροφος ἁμέρᾳ Soph. Ai. 613, d. i. alt, Schol. πολυετής; μόχθῳ τῷδ' ἐνέθηκας ἔντροφον O. C. 1364, du hast mich in das Elend gestürzt, Schol. ἐνέζευξας. – Ὁ Σαλαμῖνος ἔντροφος, der Zögling von Salamis, Eur. I. A. 288; vgl. Arist. bei D. L. 5, 8.

Greek (Liddell-Scott)

ἔντροφος: -ον, (ἐντρέφω) ὁ τρεφόμενος, ζῶν ἔν τινι, σὺ γάρ με μόχθῳ τῷδ’ ἔθηκας ἔντροφον, σὺ μὲ ἔκαμες νὰ ζῶ ἐν ταύτῃ τῇ ἀθλιότητι, Σοφ. Ο. Κ. 1362· παλαιᾷ μὲν ἔντροφος ἁμέρᾳ, λευκῷ δὲ γήρᾳ ὁ αὐτ. Αἴ. 622 (ἔνθα νῦν ἐν ταῖς ἀρίσταις ἐκδόσεσι τὸ τῶν ἀντιγραφέων ἔντροφος διωρθώθη σύντροφος, σύμφυτος)· στιβαρὸν στύπος ἀμπέλου ἔντροφον ὕλῃ, τεθραμμένον ἐν τῇ ὕλῃ, Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 1117. 2) ὡς οὐσιαστ., θρέμμα, Αἴας ὁ Σαλαμῖνος ἔντροφος Ψευδο-Εὐρ. Ι. Α. 289, πρβλ. Ἀριστ. Ἀποσπ. 625, Ἀνθ. Π. 9. 242. - Λέξις ποιητ.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 nourri dans, qui croît dans ; fig. qui vit dans : μόχθῳ SOPH dans la peine ; παλαιᾷ ἁμέρᾳ SOPH avancé en âge;
2ἔντροφος nourrisson de, gén..
Étymologie: ἐντρέφω.

Spanish (DGE)

-ον
I 1c. dat. de lugar criado en, que crece o que vive en de plantas y seres vivos βριαρὸν στύπος ἀμπέλου ἔντροφον ὕλῃ robusto tronco de vid criado en el bosque A.R.1.117, ἰχθῦς Κορινθίῳ πελάγει ἔ. Ael.NA 15.9, cf. 2.44, ἔντροφ[ον ... Τρωγλο] δύταις Erot.Fr.Pap.Tefn.A.1.42, tb. c. dat. no propiamente de lugar ἔ. ἄθλοις παῖς IPerinthos 214.7 (I/II d.C.), c. gen. ὅσοι (ὄρνιθες) θαλάττης ἔντροφοι Ael.NA 9.36
fig. de pers. o abstr., c. dat. de pers. o abstr. que vive en o convive con, que está en παλαιᾷ μὲν ἔ. ἁμέρᾳ, λευκῷ δὲ γήρᾳ μάτηρ madre que está en la senil edad y en la blanca ancianidad S.Ai.624, με μόχθῳ τῷδ' ἔθηκας ἔντροφον S.OC 1362, ἰδέας ὀνομάτων, νοήσεων, πραγμάτων ..., πάντων ἡμῖν ἐντρόφων καὶ συγγενῶν Longin.39.3, τὴν δὲ ἀλήθειαν μόνοις ἔντροφον εἶναι τοῖς σπουδαίοις mientras que la verdad está arraigada sólo en los hombres buenos Gal.19.238.
2 c. gen. habitante, que procede de Ἀταρνέος ἔ. de Hermias tirano de esa ciudad, Arist.Fr.Lyr.1.13, Θασίων ἔ. αἰγιαλῶν AP 9.242 (Antiphil.), Λήθης Ἀχερουσίδος ἔντροφε IG 10(2).1.368.1 (II d.C.)
subst. Αἴας δ' ὁ Σαλαμῖνος ἔ. Ayante, el habitante de Salamina E.IA 289.
3 abs., ref. al cuerpo humano bien nutrido, de los músculos muy carnoso σκληροί, ἔντροφοι Teucer en Cat.Cod.Astr.7.202, τὴν μὲν τῶν ἰνῶν οὐσίαν ἐντροφοτέραν ἔχει el gimnasta, Gal.18(1).597.
II subst. τὸ ἔ. un tipo de pendiente o colgante para las orejas, Poll.5.97.

Greek Monolingual

ἔντροφος, -ον (Α)
1. αυτός που ζει και τρέφεται κάπου
2. το αρσ. ως ουσ.ἔντροφος
θρέμμα («Σαλαμῑνος ἔντροφος» — θρέμμα της Σαλαμίνας [ο Αίας]).

Greek Monotonic

ἔντροφος: -ον (ἐντρέφω),
1. αυτός που ζει ή τρέφεται με κάτι, με δοτ., σε Σοφ.
2. ως ουσ., ανάθρεμμα, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ἔντροφος: II
1) питомец (τινος Eur., Arst.);
2) житель, обитатель (Θασίων αἰγιαλῶν Anth.).
воспитанный, взращенный: παλαιᾷ ἔ. ἁμέρᾳ Soph. старый, дряхлый; μόχθῳ ἔντροφον θεῖναί τινα Soph. ввергнуть кого-л. в беду.

Middle Liddell

ἔντροφος, ον adj ἐντρέφω
1. living in or acquainted with a thing, c. dat., Soph.
2. as Subst., nursling, Anth.