Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἕλειος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἕλειος Medium diacritics: ἕλειος Low diacritics: έλειος Capitals: ΕΛΕΙΟΣ
Transliteration A: héleios Transliteration B: heleios Transliteration C: eleios Beta Code: e(/leios

English (LSJ)

ον (α, ον Ar.Av.244 (lyr.), Dsc.4.52): (ἕλος):—

   A of the marsh or meadow, ἕ. ὕδωρ marsh-water, Hp.Aër.10; ἕ. δάπεδον the surface of the meads, Ar.Ra.352 (lyr.).    2 growing or dwelling in the marsh, δόναξ A.Pers.494; τῶν Αἰγυπτίων οἱ ἕ. Th.1.110; βίος ἕ. Arist.PA 693a15; [ζῷα] ἕ. ib.674b31; σχοῖνος Dsc. l.c.; ἀκτή Ps.-Dsc.4.173; ἕλειον, τό, = asparagus, Gloss.    II Ἑλεία, ἡ, title of Artemis in Cos, Schwyzer 251B5.

German (Pape)

[Seite 794] auch 2. Endg., ὕδρα ἕλειος Eur. Herc. Fur. 152, 1) in Sümpfen lebend; τῶν Αἰγυπτίων οἱ ἕλειοι Thuc. 1, 110; da wachsend, βόλβης δ' ἕλειον δόνακα Aesch. Pers. 486; βάτραχος , u. bes. von Pflanzen, Arist. u. Theophr. oft; ὁ βίος, Leben im Sumpf, Arist. part. anim. 4, 12. – 2) sumpfig; αὐλῶνες Ar. Av. 244; ἀνθηρὸν ἕλειον δάπεδον Ran. 351.

Greek (Liddell-Scott)

ἕλειος: -ον, καὶ ἐν Ἀριστοφ. Ὄρν. 244 α, ον: (ἕλος)· - ἐκ τοῦ ἕλους, ἢ τοῦ λειμῶνος, ἕλ. ὕδωρ, ὕδωρ ἐκ τοῦ ἕλους, Ἱππ. π. Ἀέρ. 287· ἕλ. δάπεδον, ἡ νοτερὰ ἐπιφάνεια λειμῶνος, Ἀριστοφ. Βατρ. 351. 2) ὁ φυόμενος, αὐξανόμενος ἐν τῷ ἕλει, δόναξ Αἰσχύλ. Πέρσ. 494· ὁ κατοικῶν ἐν τοῖς ἕλεσι, τῶν Αἰγυπτίων οἱ Ἕλειοι Θουκ. 1. 110· βίος ἕλ. Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 4. 12· ζῷα ἕλ. αὐτόθι 3. 14, 10· περὶ τοῦ ἐν Ἀριστοφ. Ὄρν. 244: ἑλείας παρ’ αὐλῶνας, ἴδε ἐν λέξει αὐλών: - πρβλ. Ἕλειαι.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
qui croît ou vit dans les marais ou les marécages.
Étymologie: ἕλος.

Spanish (DGE)

-ον

• Alolema(s): ἔλειος Hsch.ε 1969

• Morfología: [fem. -α Ar.Au.244, Dsc.4.52.1, Hsch.ε 1969]
I 1pantanoso ὕδατα Hp.Aër.10, cf. Str.5.3.6, de lugares αὐλῶνες Ar.l.c., ἕλειον καὶ τιφῶδες ... χωρίον Str.8.3.19
empantanado ἕλειον δάπεδον Ar.Ra.352.
2 que se cría o crece en los pantanos y su entorno, palustre de plantas δόναξ A.Pers.494, θάμνοι E.Fr.298, τὸ σέλινον τὸ ἕ. apio palustre, Apium graveolens L., Thphr.HP 4.8.1, ἀσπάραγοι Gal.13.232, σχοῖνος Dsc.l.c., ἕ. ἀκτῆ saúco de pantano Ps.Dsc.4.173, ὁ ἕλιος (sic) οἶνος vino procedente de vides próximas a un pantano, Gp.2.47.9
neutr. plu. subst. τὰ ἕλεια plantas de terrenos pantanosos Thphr.HP 4.10.1, cf. 1.4.2, 5.9.5, Ath.Mech.18.4.
3 de pers. y anim. que habita los pantanos, palustre μαχιμώτατοί εἰσιν τῶν Αἰγυπτίων οἱ ἕ. del Delta del Nilo, Th.1.110, (ἱέρακες) ἕλειοι halcones de pantano Arist.HA 620a21, ζῷα Arist.PA 674b31, ζῷον ἢ φύτον ἕ. Plu.2.400b, fabulosos Ὕδρα E.HF 152.
4 propio de zonas pantanosas βίος Arist.PA 693a15, ἀήρ Plu.2.951f, ἐν ταῖς ἑλείοις ἄγραις Ael.NA 2.42.
II subst.
1Ἑλεία o Ἐλεία Palustre como epít. de ciertas divinidades: Hera en Cos ICos ED 241.5 (IV a.C.), en Chipre, Hsch.l.c., Ártemis en Trifilia (Élide), Str.8.3.25, en Mesenia, Hsch.l.c.
2 τὸ ἕ. espárrago, Gloss.3.317.

Greek Monotonic

ἕλειος: -ον η -α, -ον (ἕλος
1. αυτός που προέρχεται από έλος, βάλτο ή λιβάδι· ἕλ. δάπεδον, η επιφάνεια των λιβαδιών, σε Αριστοφ.
2. αυτός που φυτρώνει ή κατοικεί, διαμένει σε βάλτο, σε Αισχύλ., Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἕλειος: и
1) болотистый (αὐλῶνες Arph.);
2) болотный (δόναξ Aesch.; ὕδρα Eur.; ζῷα, βίος Arst.; ὕδωρ, ἀήρ Plut.): τῶν Αἰγυπτίων οἱ ἕλειοι Thuc. жители болотистых местностей Египта.

Middle Liddell

ἕλειος, ον ἕλος
1. of the marsh or meadow, ἕλ. δάπεδον the surface of the meads, Ar.
2. growing or dwelling in the marsh, Aesch., Thuc.