Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!


Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: ἕπομαι Medium diacritics: ἕπομαι Low diacritics: έπομαι Capitals: ΕΠΟΜΑΙ
Transliteration A: hépomai Transliteration B: hepomai Transliteration C: epomai Beta Code: e(/pomai

English (LSJ)

only in Med., ἕπομαι, impf.

   A εἱπόμην Il.4.274, al., Hdt.1.45, Th.3.10, etc., Ep. also ἑπόμην Od.2.413, al.: fut. ἕψομαι Il.10.108, etc.: aor. 2 ἑσπόμην 12.398, al., in moods without ἑ- (v. infr.), imper. σπεῖο 10.285, συνεπί-σπεο Lyr.Alex.Adesp.20, inf. σπέσθαι Il.5.423, Od.22.324, part. σπόμενος Call.Hec.1.4.7; in Prose in compds., ἐπισπέσθαι Pl.Phdr.248c, ἐπι-σπόμενος Th.3.43, etc. (Cf. Skt. sacate 'accompany', 'follow', Lat. sequor, Lith. sèkti'follow'; ἑσπόμην (Ἀρίσταρχος δασύνει Sch.Il.10.246) fr. ἐ-σπ-όμην, ἐ- (augm.) becoming ἑ- under the influence of ἕπομαι : ἑσπ- does not certainly occur in the moods in Hom.; when found (usu. with v.l. σπ-), it is preceded by an elided vowel, so that σπ- can be read (cf. Ptol.Asc. ap. Sch.Il.l.c.) ; Pi.O.8.11, 9.83, 10(11).78, I.5(4).36 are indecisive (ἑσπ- only cj. in P.10.17, I.6(5).17); but ἑσποίμην occurs A.R.3.35, ἑσπόμενος 1.103, 470, 3.615, 4.434, Mosch.2.147, pres. indic. ἕσπεται A.R.4.1607, D.P.436, 1140, v.l. for ἔρχεται in Od.4.826 : pres. part. ἐφεσπόμενος Maiist.46 : Skt. has a redupl. pres. stem saśc(a)-):—to be or come after, follow,    I of Persons, whether after or in company with, abs., ὁ μὲν ἦρχ', ὁ δ' ἅμ' ἕσπετο Il.11.472 ; ἡγήσατο, τοὶ δ' ἅμ' ἕποντο Od.2.413:—Constr.: c. dat., υἱέϊ σῷ Il.3.174, cf. 9.428, 10.108, etc.: c. acc., Pi.N.10.37 (s.v.l.), Luc.Asin.51 ; ἕ. ἅμα τινί Il.2.534, etc.; σοὶ γὰρ ἑψόμεσθ' ἅμα S.El.253 ; with ἅμα doubled, οἵ τοι ἅμ' αὐτῷ Ἴλιον εἰς ἅμ' ἕποντο Od.11.372, cf. 15.541 ; abs., v. infr. 11.2 ; less freq. ἐπ'. τινος Apollod.Ath. ap. Ath.7.281f (v. infr. 11.1); ἐπί τινι E.Alc.1032, X.Cyr.5.2.1, etc.; ἐπὶ βασιλέα against the king, Id.An.1.4.14; μετά τινι Il.18.234 ; μετά τινα 13.492 ; μετά τινος Ar.Pl. 823 ; σύν τινι Od.7.304, etc.; ὄπισθε Hdt.1.45, etc.    2 follow, as attendants, οὐκ οἴη, ἅμα τῇ γε καὶ ἀμφίπολοι δύ’ ἕποντο Od.1.331, cf. 8.46, etc.; also, escort, attend, by way of honour, θεοὶ δ' ἅμα πάντες ἕποντο Il.1.424 ; νέῳ ὧδε θεοὶ πομπῆες ἕπονται Od.3.376.    3 in hostile sense, pursue, Il.11.154, etc.; ἀμφὶ δ' ἄρ' αὐτὸν ἕποντο they pressed upon him, ib.474 (never in Od.); οἱ πελτασταὶ εἵποντο διώκοντες X.An.5.4.24.    4 keep pace with, ὃς καὶ θνητὸς ἐὼν ἕπεθ' ἵπποις ἀθανάτοισι Il.16.154, cf. Od.6.319: metaph. of a man's limbs or strength, γούναθ' ἕποιτο, δύναμις καὶ χεῖρες ἕπονται, they do his bidding, Il.4.314, Od.20.237 ; ἕπεσθαι τοῖς καιροῖς τοῦ πολέμου Plu.Pomp.17.    5 follow the motions of another, ὁ δ' ἑσπόμενος (better δὲ σπ.) πέσε δουρί, of one from whose body a spear is drawn, Il.12.395 ; τρυφάλεια ἅμ' ἕσπετο χειρί the helm went with his hand, i. e. came off in his hand, 3.376 ; [ἔπαλξις] ἕσπετο, i.e. the battlement came down, 12.398.    6 follow on the track of, τῷ στίβῳ τῶν ἵππων X.An.7.3.43 : abs., ἕπεσθε, ὦ κύνες Id.Cyn.6.19.    7 follow, obey, νόμῳ Hdt.5.18, Th.2.35; τῷ ξυνῷ Heraclit.2; μηνυτῆρος φραδαῖς A.Eu.245 : abs., Id.Ag.1053, Hdt.0.16; accept an invitation, X.Smp.1.7 ; ἕ. κακοῖς submit to them, S.Tr.1074.    8 simply, come near, approach, in imper., ἕπεο προτέρω come on nearer, Il.18.387, Od.5.91.    9 follow up, esp. in mind, understand, ἆρ' ἕπομαί σου τῷ λόγῳ; Pl.Prt.319a ; οὐχ ἕσπου τοῖς λεχθεῖσιν Id.Plt.280b ; οὐχ ἕπομαι τοῖς λεγομένοις Id.Euthphr.12a.    10 of Time, παραδοῦναι τοῖς ἑπομένοις to succeeding generations, Id.Phlb.17d.    11 impers., ἕπεται διελθεῖν it follows to.., Arist.EN1111b5.    12 ἑπόμενα, τά, opp. προηγούμενα, backward points, i.e. those lying on the opposite side of the radius vector of a spiral from the direction of its motion, Archim.Spir.11 Def.6.    b Astron., positions following in the daily movement of the heavens, eastward positions, Hipparch.1.11.5, etc.    II of Things, as of bridal presents, ὅσσα ἔοικε φίλης ἐπὶ παιδὸς ἕπεσθαι go with her from the parent's house, Od.1.278, 2.197 (v. supr. 4 and 5).    2 of honour, glory, etc., τούτῳ.. κῦδος ἅμ' ἕψεται Il.4.415 ; so ἄτη, τιμὴ ἕπεταί τινι, 9.512, 513, ἕπεται παλαιὸς ὄλβος Pi.P.5.55 ; πειθὼ δ' ἕποιτο καὶ τύχη A.Supp.523, etc.; ἦ οὐ γιγνώσκεις ὅ τοι ἐκ Διὸς οὐχ ἕπετ' ἀλκή; that no defence attendeth thee from Zeus, Il.8.140, cf. Pi.N.11.43, A.Ag.854.    3 follow upon (i.e. result from), τῇ ἀχαριστίᾳ ἡ ἀναισχυντία ἕ. X.Cyr. 1.2.7, etc.; τὰ ἑπόμενα τῆς τοιαύτης κατακοσμήσεως its consequences, Pl.Plt.271e, cf. R.504b; ἑπόμενος, opp. προηγούμενος, consequent (opp. antecedent), Dam.Pr.115 ; τὰ ἑ. [μεγέθη] the consequents in a proportion, opp. ἡγούμενα, Euc.5Def.11, etc.    4 follow suit, agree with, ἕπεται ὁ λόγος..Κάδμοιο κούραις Pi.O.2.22 ; ἕπεται ἐν ἑκάστῳ μέτρον ib.13.47 ; ἑπόμενα σωφροσύνῃ things agreeing with.., Pl.Lg. 632c ; ἔργα -όμενα τῇ γραφῇ ib.934c; τὰ τούτοις ἑ. the like to these, Id.R.406d ; ἀναγκαῖα καὶ ἑ. ἀλλήλοις interdependent, ib.486e ; τὸ πρέπον καὶ ἑπόμενον πάσῃ τῇ πολιτείᾳ Id.Lg.835c ; of Nymphs, οὔτε θνητοῖς οὔτ' ἀθανάτοισιν ἕπονται they belong to.., h.Ven.259.

German (Pape)

[Seite 1007] s. ἕπω.

Greek (Liddell-Scott)

ἕπομαι: ἀκολουθῶ, Ἀποθ., ἴδε ἕπω.

French (Bailly abrégé)

impf. εἱπόμην, f. ἕψομαι, ao.2 ἑσπόμηνimpér. σποῦ, inf. σπέσθαι, pf. inus. ;
s’attacher à ; suivre :
1 aller à la suite de, aller derrière : ὄπισθεν ἕ. HDT aller à la suite (de qqn), derrière (qqn) ; ἕ. τινι, rar. τινα, suivre qqn ; abs. ὁ ἑπόμενος, ἡ ἑπομένη, τὸ ἑπόμενον, le suivant, la suivante, ce qui suit;
2 aller auprès ou avec : ἕ. ἅμα τινι IL, SOPH suivre, càd accompagner qqn ; ἕπ. μετά τινος, μετά τινι, σύν τινι, ἐπί τινι, ἐπί τινος, suivre ou accompagner qqn ; particul. escorter (en signe d’honneur) ; assister comme protecteur ou vengeur;
3 suivre, marcher du même pas que : ἵπποις ἀθανάτοισι IL être capable de suivre les coursiers immortels;
4 suivre pas à pas : στίβῳ XÉN une trace;
5 avec idée d’hostilité poursuivre à la guerre : τινι, qqn ; poursuivre à la chasse : θηρίοις XÉN des bêtes sauvages;
6 suivre l’impulsion de : δουρί IL d’une javeline (qu’on retire du corps d’un blessé) ; τρυφάλεια ἕσπετο χειρί IL le casque vint dans sa main ; fig. ἕπ. τοῖς καιροῖς PLUT suivre les événements, se laisser conduire par eux ; obéir à : τῷ νόμῳ HDT à la loi ; κακοῖς SOPH se soumettre aux maux ; abs. accepter une invitation;
7 p. ext. suivre son chemin ; avancer : ἕπεο προτέρω IL viens plus près, approche;
8 fig. suivre par la pensée, comprendre, τινι (cf. lat. mente assequi);
9 avec un suj. de chose s’attacher à : τινι, à qqn en parl. de gloire, de victoire, de bonheur, etc.
10 être la suite, la conséquence de, se rattacher à : τῇ ἀχαριστίᾳ XÉN être la conséquence litt. la compagne de l’ingratitude.
Étymologie: p. *σέπω, de la R. Σεπ suivre = lat. sequor, skr. sácate ; sur π = lat. k (c ou q) cf. ἐπ- de ἔπος = lat. voc- de vocare.

English (Autenrieth)

see ἕπω.

English (Slater)

ἕπομαι (ἕπομαι, -εται, -ονται; ἕπηται; ἕποιτο; ἑπέσθω; ἑπόμενοι: fut. ἕψεται, -ονται: impf. ἕπετο: aor. ἕσπετο; coni. ἑσπέσθαι; ἑσπόμενοι, σπομέναν.)
   nbsp;1 follow
   a of people, c. dat. καί ποτε χαλκότοξον Ἀμαζόνων μετ' ἀλκὰν ἕπετό οἱ (N. 3.39) καὶ ταῦτα μὲν παλαιότεροι ὁδὸν ἀμαξιτὸν εὗρον· ἕπομαι δὲ καὶ αὐτὸς ἔχων μελέταν (N. 6.54) τοὶ καὶ σὺν μάχαις δὶς πόλιν Τρώων πράθον, ἑσπόμενοι Ἡρακλῆι πρότερον, καὶ σὺν Ἀτρείδαις (I. 5.36) τὶν γὰρ εὔφρων ἕψεται πρώτα θυγάτηρ Παρθ. 2. . Νηρεὺς δ' ὁ γέρων ἕπετα[ι (supp. Lobel) (Pae. 15.4)
   b of things, c. dat. “πεύθομαι δ' αὐτὰν κατακλυσθεῖσαν ἐκ δούρατος ἐναλίαν βᾶμεν σὺν ἅλμᾳ ἑσπέρας ὑγρῷ πελάγει σπομέναν” (the clod went with the spray by which it was washed into the sea, Gildersleeve) (P. 4.40) met., ὅλβος ἅμ' ἕσπετο sc. Ἰαμίδαις (O. 6.72) μέγα τοι κλέος αἰεί, ᾧτινι σὸν γέρας ἕσπετ' ἀγλαόν (ἕσπητ v. l.) (O. 8.11) τόλμα δε καὶ ἀμφιλαφὴς δύναμις ἕσποιτο (ἕποιτο v. l.) (O. 9.83) μακρότεραι Τερψίᾳ θ' ἕψοντ Ἐριτίμῳ τ ἀοιδαί (O. 13.42) καιρὸν εἰ φθέγξαιο, μείων ἕπεται μῶμος ἀνθρώπων (sc. σοι) (P. 1.82) οἷα ψιθύρων παλάμαις ἕπετ' αἰεὶ βροτῷ (Heindorf: βροτῶν codd.) (P. 2.75) τὶν δὲ μοῖρ' εὐδαιμονίας ἕπεται (P. 3.84) πολὺς εὖτ' ἂν ἐπιβρίσαις ἕπηται (sc. ὄλβος) (P. 3.106) ὁ Βάττου δ' ἕπεται παλαιὸς ὄλβος ἔμπαν τὰ καὶ τὰ νέμων (sc. σοι) (P. 5.55) ἕποιτο μοῖρα καὶ ὑστέραισιν ἐν ἁμέραις ἀγάνορα πλοῦτον ἀνθεῖν σφίσιν (ἕσποιτο coni. Mosch.) (P. 10.17) μεγάλαι δ' ἀρεταὶ θνατοῖς ἕπονται ἐκ σέθεν (I. 3.4) ἕσπετο δ' αἰενάου πλούτου νέφος (ἕπετο v. l.) fr. 119. 4.
   I heed, obey ἐγὼ δ' ὑψίθρονον Κλωθὼ κασιγνήτας τε προσεννέπω̆ ἑσπέσθαι κλυταῖς ἀνδρὸς φίλου Μοίρας ἐφετμαῖς (Pauw: σπέσθαι codd.) (I. 6.17) σῶμα μὲν πάντων ἕπεται θανάτῳ περισθενεῖ fr. 131. b. 1.
   II accord, be in keeping with ἕπεται δὲ λόγος εὐθρόνοις Κάδμοιο κούραις (ἐπ' αὐτῶν ἁρμόζει. Σ.) (O. 2.22) ἕπεται δὲ λόγῳ δίκας ἄωτος, ἐσλὸν αἰνεῖν” (N. 3.29) “θυμὸς δ' ἑπέσθω” (sc. καθάπερ καὶ τὸ σῶμα. Σ.) (I. 6.49)
   III be attendant, be ἕπεται δ' ἐν ἑκάστῳ μέτρον (O. 13.47) ἐσσόμενον προιδεῖν συγγενὲς οἷς ἕπεται (N. 1.28) τὸ δ' ἐκ Διὸς ἀνθρώποις σαφὲς οὐχ ἕπεται τέκμαρ (N. 11.43)
   IV follow, trace ἀρχαῖς δὲ προτέραις ἑπόμενοι καί νυν κελαδησόμεθα (O. 10.78)
   V dub., follow c. acc. ἕπεται δέ, Θεαῖε, ματρώων πολύγνωτον γένος ὑμετέρων εὐάγων τιμὰ (κατά subaudit Σ: ἐπέβα coni. Wil.: πολυγνώτῳ γένει Er. Schmid: ἐφέπει Bury) (N. 10.37)
   VI fragg. ἕπομ[αι (supp. Snell) fr. 215. 13. μελιρρόθων δ' ἕπεται πλόκαμοι fr. 246a.

Greek Monolingual

(AM ἕπομαι)
1. ακολουθώ άλλον, συνοδεύω (α. «ἡγήσατο, τοὶ δ’ ἅμ’ ἕποντο», Ομ. Οδ.
β. «τῷ δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο Λοκρῶν», Ομ. Ιλ.)
2. (στο γ’ εν. πρόσ.) ἕπεται
προκύπτει, εξάγεται ως συμπέρασμα
3. (η μτχ. ενεστ.) ἑπόμενος, -η, -ο
αυτός που ακολουθεί
4. (το θηλ. μτχ. ενεστ. ως ουσ.) ἡ ἑπομένη (ημέρα)
η επαύριον
5. φρ. «είναι επόμενο» — είναι φυσικό, λογικό
1. συνοδεύω κάποιον τιμητικά («θεοὶ δ’ ἅμα πάντες ἕποντο», Ομ. Ιλ.)
2. συνοδεύω κάποιον ως υπερασπιστής («εἰ δή τοι νέῳ ὧδε θεοὶ πομπῆες ἕπονται», Ομ. Οδ.)
3. καταδιώκω («οἱ πελτασταὶ εἵποντο διώκοντες», Ξεν.)
4. μπορώ να συμβαδίζω, δεν μένω πίσω («ὃς καὶ θνητὸς ἐὼν ἕπεθ’ ἵπποις ἀθανάτοισι», Ομ. Ιλ.)
5. (για μέλη ή δύναμη ανθρώπου) δεν υστερώ («γνοίης χ’ οἵη ἐμὴ δύναμις καὶ χεῑρες ἕπονται», Ομ. Οδ.)
6. εννοῶ, καταλαβαίνω («οὐχ ἕσπου τοῑς λεχθεῑσιν», Πλάτ.)
7. (για πράγμ.) παρακολουθώ κίνηση άλλου («τρυφάλεια ἅμ’ ἕσπετο χειρὶ παχείῃ», Ομ. Ιλ.)
8. (για προίκα) αυτή που παίρνει η νύφηὅσσα ἔοικε φίλης ἐπὶ παιδὸς ἕπεσθαι», Ομ. Οδ.)
9. είμαι στενά δεμένος, ακολουθώ («πειθὼ δ’ ἕποιτο καὶ τύχη πρακτήριος», Αισχύλ.)
10. ακολουθώ τα ίχνη, ανιχνεύω («κἂν λειφθῆτε, τῷ στίβῳ τῶν ἵππων ἕπεσθαι», Ξεν.)
11. πείθομαι, υπακούω («χρὴ καὶ ἐμὲ ἑπόμενον τῷ νόμῳ πειρᾱσθαι», Θουκ.)
12. πλησιάζω («ἀλλ’ ἕπεο προτέρω, ἵνα τοι πὰρ ξείνια»)
13. (για χρόνο) ακολουθώ σε χρόνο ή τάξη («oἱ πρόσθεν παρέδοσαν ἡμῑν τοῑς ἑπομένοις ἑκείνοις», Πλάτ.)
14. συμφωνώ, ταιριάζω («πιλίδιά τε περὶ τὴν κεφαλὴν περιτιθεὶς καὶ τὰ τούτοις ἑπόμενα», Πλάτ.)
15. (για λόγο) αρμόζω («ἕπεται δὲ λόγος εὐθρόνοις Κάδμοιο κούραις», Πίνδ.)
16. αποδέχομαι την πρόσκληση («ὡς δὲ πάνυ ἀχθόμενος φανερὸς ἧν, εἰ μὴ ἕποιντο, συνηκολούθησαν», Ξεν.).
επομένως (AM ἑπομένως)
καθώς συνάγεται, όπως εξάγεται ως συμπέρασμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < hέπομαι < σέπομαι, από ΙΕ ρίζα sekw- «ακολουθώ, έπομαι». Ο τ. έπομαι είναι αρχ. θεματικός ενεστώτας που αντιστοιχεί απολύτως προς λατ. sequor «ακολουθώ», αρχ. ινδ. sacate «ἐπεται», αβεστ. hačaite. Ο αόρ. β’ εσπόμην, που μαρτυρείται ήδη από τον Όμηρο, δασύνεται αναλογικά προς τον ενεστώτα και τον παρατατικό του ρήματος. Μοναδικό παράγωγο της λ. είναι ο τ. επέτης «συνοδός», που εμφανίζει την απαθή βαθμίδα και απαντά στη Μυκηναϊκή με τη μορφή e-qe-ta, ενώ την ετεροιωμένη βαθμίδα της αρχικής ρίζας εμφανίζουν οι τ. αοσσώ, οπάων].

Greek Monotonic

ἕπομαι: ακολουθώ, βλ. ἕπω.

Russian (Dvoretsky)

ἕπομαι: (impf. εἱπόμην, fut. ἕψομαι; aor. 2 ἑσπόμην imper. σποῦ, inf. σπέσθαι; pf. неупотреб.)
1) (за или с кем и чем-л.) следовать, идти (ὄπισθεν Her.): ἕ. τινι Hom., Xen., реже μετά τινα Hom. следовать за кем-л.; ἕ. ἅμα τινί Hom., Trag., Plat., ἐπί τινος Hom., μετά τινος Thuc., Plat., μετά τινι Hom., σύν τινι Hom., Soph., Xen. и ἐπί τινι Eur., Xen.; идти с кем-л., сопровождать кого-л., сопутствовать кому-л.; κεινὴ τρυφάλεια ἕσπετο χειρί Hom. пустой шлем (Париса) последовал за рукой (т. е. остался в руке) Менелая; ὁ δ᾽ ἑσπόμενος πέσε δουρί Hom. тот (Сарпедон) упал, потянувшись за копьем; ἕπεο προτέρω Hom. подойди поближе; οἱ ἑπόμενοι Xen. спутники, свита;
2) следовать вровень, поспевать, не отставать (ἵπποις Hom.; ἕ. τῷ στίβῳ τῶν ἵππων Xen.);
3) следовать, подчиняться, повиноваться (τῷ νόμῳ Her.; φαύλοις πάθεσιν Arst.; τοῖς καιροῖς Plut.): ἕ. κακοῖς Soph. покориться несчастьям;
4) следовать мыслью, следить, понимать (λόγῳ, τοῖς λεγομένοις Plat.);
5) следовать, надлежать: τούτῳ κῦδος ἕψεται Hom. слава будет его уделом;
6) соответствовать, подобать: ἕ. πάσῃ τῇ πολιτείᾳ Plat. соответствовать всему государственному строю; τὰ τούτοις ἑπόμενα Plat. то, что с этим связано; ἀναγκαῖα καὶ ἑπόμενα ἀλλήλοις Plat. (обстоятельства) необходимые и взаимно сопряженные; οὔτε θνητοῖς οὐτ᾽ ἀθανάτοισιν ἕπονται HH (нимфы) не относятся ни к смертным, ни к бессмертным;
7) следовать (во времени): οἱ ἑπόμενοι Plat. будущие поколения, потомки; ἐν τοῖς ἑπομένοις ἔσται δῆλον Arst. это выяснится в дальнейшем;
8) следовать (из чего-л.), вытекать, быть последствием: τὰ ἑπόμενα τῆς τοιαύτης κατακοσμήσεω; Plat. то, что вытекало из такого порядка вещей; τοῖς εἰρημένοις ἑπόμενον Arst. следствие (вывод) из сказанного;
9) преследовать, гнать (перед собой) (διὰ πεδίοιο Hom.): θηρίοις ἕ. Xen. охотиться за дикими животными.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: follow, accompany.
Other forms: Ipf. εἱπόμην, fut. ἕψομαι, aor. ἑσπόμην, inf. σπέσθαι (Il.); ἑσπ-έσθαι, -όμενος, -οίμην certain only since A. R., who also has as innovation the present ἕσπεται;
Dialectal forms: Myc. eqeta \/hekʷetas\/, eqesijo \/hekʷesios\/, s. Gérard-Rousseau, Les mentions rlig. 91-94.
Compounds: also with prefix ἐφ-, παρ-, συν-, μεθ-,
Derivatives: ἑπέτας who accompanies (Pi.), = myk. e-qe-ta; -τις f. (A. R.); further ἀοσσέω, ὀπάων, ὀπάζω, s. v.; cf. ὀπηδός.
Origin: IE [Indo-European] [896] *sekʷ- follow
Etymology: Identical with Skt. sácate, Av. hačaitē (= ἕπεται, IE *sekʷ-̯etai); further Lat. sequor = OIr. sechur, Lith. sekù, sèkti follow; doubtful is the Germ. word for to see, Goth. saíƕan etc. - The aorist ἑσπόμην stands (with secondary aspiration after ἕπομαι like εἱπόμην) for *ἐ-σπ-; the form ἑσπέσθαι, certain only in hellen. times, is secondary. Debrunner Μνήμης χάριν 1, 81ff. - W.-Hofmann s. sequor.

Frisk Etymology German

ἕπομαι: {hépomai}
Forms: Ipf. εἱπόμην, Fut. ἕψομαι, Aor. ἑσπόμην, Inf. σπέσθαι (seit Il.); ἑσπέσθαι, -όμενος, -οίμην sind sicher erst seit A. R., der dazu als Neubildung das Präsens ἕσπεται einführt;
Grammar: v,.
Meaning: folgen, begleiten.
Composita : auch mit Präfix ἐφ-, παρ-, συν-, μεθ-,
Derivative: Davon ἑπέτας Begleiter (Pi.), = myk. e-qe-ta; -τις f. (A. R.); außerdem ἀοσσέω, ὀπάων, ὀπάζω, s. bes.; vgl. ὀπηδός.
Etymology : Altes thematisches Wurzelpräsens, mit aind. sácate, aw. hačaitē (= ἕπεται, idg. *séqetai) identisch; nur in der Flexion weichen ab lat. sequor = air. sechur, lit. sekù, sèkti folgen; sehr fraglich das germ. Wort für sehen, got. saíƕan usw. — Der Aorist ἑσπόμην steht (mit sekundärem Hauch nach ἕπομαι wie εἱπόμην) für *ἐσπ-; die erst hellenistisch sicher belegten ἑσπέσθαι usw. sind sekundär. Debrunner Μνήμης χάριν 1, 81ff. — WP. 2, 476, W.-Hofmann s. sequor.
Page 1,544-545