Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἕψημα

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἕψημα Medium diacritics: ἕψημα Low diacritics: έψημα Capitals: ΕΨΗΜΑ
Transliteration A: hépsēma Transliteration B: hepsēma Transliteration C: epsima Beta Code: e(/yhma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A anything boiled: in pl., vegetables fit for kitchen use, Pl.R.372c, 455c, Diocl.Frr.119,141, D.S.1.80, etc.    2 mash, Thphr.HP4.4.10.    II must boiled down to one third part, Hp. Vict.2.52, Pl.Com.149, PPetr.3p.310 (iii B. C.), Dsc.5.6.

German (Pape)

[Seite 1132] τό, 1) das Gekochte, dick gekochter Most, sapa, Plin. H. N. 14, 9, 11. – 2) was zum Kochen paßt, kochbar ist, βολβοὺς καὶ λάχανα, οἷα δὴ ἐν ἀγροῖς ἑψήματα Plat. Rep. II, 372 c, wie V, 455 c.

Greek (Liddell-Scott)

ἕψημα: τό, πᾶν τὸ βεβρασμένον· πληθ., λάχανα πρὸς μαγειρείαν, Πλάτ. Πολ. 372C, 455C, Διόδ. 1. 80, κλ. ΙΙ. οἶνος ἡψημένος εἰς γλυκύτητα, βρασθεὶς ἕως οὗ ἔμεινε τὸ ἓν τρίτον αὐτοῦ, Ἱππ. 359. 6, Πολυδ. Ϛʹ, 17· τὸ γὰρ ἕψημά σου γευόμενος ἔλαθον ἐκροφήσας Πλάτ. Κωμ. «Συμμαχίᾳ» 4· Λατ. sapa, Πλίν. 14. 11. ― Καθ’ Ἡσύχ.: «ἕψημα· ὅπερ ἔνιοι σίραιον καλοῦσιν, ἄλλοι γλυκύ».

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
I. ce qu’on fait cuire ou bouillir;
II. aliment cuit :
1 bouillie;
2 moût cuit (lat. sapa), raisiné.
Étymologie: ἑψέω.

Greek Monolingual

το (ΑΜ ἕψημα) ἕψω
μούστος που έβρασε ώσπου να μείνει το ένα τρίτο του, πετιμέζι
αρχ.
1. βρασμένο φαγητό
2. στον πληθ. τὰ ἑψήματα
α) χόρτα, λάχανα που τρώγονται μαγειρεμένα, βρασμένα
β) παχύς ζωμός, χυλός που παρασκευάζεται με χόρτα ή φρούτα βρασμένα με μέλι ή μούστο
γ) πολτός ή είδος πουρέ που παρασκευάζεται με το βράσιμο ενός φαγώσιμου είδους.

Greek Monotonic

ἕψημα: -ατος, τό, οτιδήποτε βρασμένο· πληθ., λαχανικά για μαγειρική χρήση, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ἕψημα: ατος τό вареное кушанье Plat.; похлебка Diod.

Middle Liddell

ἕψημα, ατος, τό,
anything boiled: pl. vegetables for kitchen use, Plat.