Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἕψω

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ἕψω Medium diacritics: ἕψω Low diacritics: έψω Capitals: ΕΨΩ
Transliteration A: hépsō Transliteration B: hepsō Transliteration C: epso Beta Code: e(/yw

English (LSJ)

impf.

   A ἧψον Ar.Ra.505, al.: fut. ἑψήσω Nicoch.15, Men.260: aor. ἥψησα Hdt.1.119 (v.l. ἕψ-), Ar.Fr.4, Pl.Euthd.301d, etc.; cf. συν-έψω: pf. ἥψηκα Ph.2.245:—Med., imper. ἕψου A.Fr.310: fut. ἑψήσομαι Pl.R.372c:—Pass., ἕψεται Antiph.217.4, part. ἑψόμενος Pi. N.4.82, Hp.Int.44: fut. ἑψηθήσομαι Gal.13.398: aor. ἡψήθην Hdt.4.61, Plu.2.690c, etc., part. ἑψηθείς Dsc.5.85, Eup.1.139 (v.l. ἑφθέντες): pf. ἡψημένος D.S.2.9, ἑψ- Arist.Pr.884b14, Hp.Mul.1.78.—ἕψω is Att. acc. to Hdn.Gr.1.456: ἑψέω is dub., imper. ἕψεε v.l. in Hp.Acut. (Sp.) 63, impf. ἥψεε v.l. ἕψεε Hdt.1.48; elsewh. in Hdt. and Hp. the uncontracted forms are found: ἑψάω is a late form, Olymp.in Mete. 315.8, al.:—boil, seethe, of meat and the like (never in Hom., where meat is roasted, v. ὀπτάω), Hdt.1.48, al., Hp.VM3, Pl.Euthd. 301c, etc.; ἕ. χύτραν 'to keep the pot boiling', Ar.Ec.845, Pl.Hp.Ma. 290d; prov. of useless labour, λίθον ἕψεις Ar.V.280 (lyr.), Pl.Erx. 405b: c. gen. partit., ἥψομεν τοῦ κορκόρου we boiled some pimpernel, Ar.V.239:—Med., ἕψου μηδὲ λυπηθῇς πυρί A.Fr.310:—Pass., to be boiled, of meat, Hdt.4.61, etc.; of liquids, boil, Arist.Mete.379b28, Plu.2.690c.    2 digest, τὰ σιτία Hp.Acut.28.    3 of metals, smelt, refine, ἑψόμενος χρυσός Pi.N.4.82.    4 Med., ἑψήσασθαι κόμην dye it, Poll.2.35:—also in Act., Phot., Hsch. (ἐψεῖν cod.).    5 metaph., γῆρας ἀνώνυμον ἕψειν cherish an inglorious old age, Pi.O.1.83.

German (Pape)

[Seite 1132] fut. ἑψήσω, kochen; Ar. Equ. 745; χύτραν Eccl. 845; Plat. Hipp. mai. 290 d; ἡψημέναι χύτραι Arist. probl. 5, 36; von ὀπτάω unterschieden, Her. 1, 119; Plat. Euthyd. 401 c; Xen. Cyr. 8, 2, 6; Dorion bei Ath. VII, 304 f u. A. – Uebh. am Feuer bereiten, wie χρυσὸς ἑψόμενος, geläutertes, gereinigtes Gold, Pind. N. 4, 82; übertr., γῆρας ἀνώνυμον ἕψειν, ein ruhmloses Alter hinbrüten, Ol. 1, 83. – Med. für sich kochen, λάχανα ἑψήσονται Plat. Rep. II, 372 c; – ἑψήσασθαι τὴν κόμην, sich das Haar färben, Poll. 2, 35. – Pass. aor. ἑψηθείς, Plut., auch ἑφθείς, Diosc.; vom Wasser, welches kocht, Arist. H. A. 6, 13 u. A. – Adj. verb. ἑψητός, s. oben, u. ἑφθός.

Greek (Liddell-Scott)

ἕψω: γ΄ ἑνικ. παρατ. ἧψε Ἡρόδ. 1. 48 (Ἀντίγραφ. ἕψεε, ἴδε κατωτ.), Ἀριστοφ. Βάτρ. 505, Σφ. 239, ἀποσπ. 507, 548: μέλλ. ἑψήσω Νικοχάρης ἐν Ἀδήλ. 1, Μένανδρ. ἐν «Καρχηδονίῳ» 1: ἀόρ. ἥψησα Ἡρόδ. 1. 119 (κοινῶς ἕψησα), Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 109, 355, Πλάτ., κλ., πρβλ. συνέψω: πρκμ. ἕψηκα Φίλων 2. 245: - Μέσ., προστ. ἕψου Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 321: μέλλ. ἑψήσομαι Πλάτ. Πολ. 372C: - Παθ., μέλλ. ἑψηθήσομαι Γαλην.: ἀόρ. ἡψήθην Ἡρόδ. 4. 61, Πλούτ. κλ. (παρὰ τοῖς Ἑβδ. ἐν Λευϊτ. Ϛ΄ 28 ἀπαντᾷ ὑποτακτικὴ παθητικοῦ ἀορίστ. ἑψεθῆ ἀντὶ ἑψηθῆ): μετοχ. ἑψηθεὶς Διοσκ. 5. 100, ἑψηθέντες ἐν οἴνῳ ὁ αὐτ. ἐν Εὐπορ. 1. 148: παρακειμ. ἡψημένος Ἀριστοτέλ. Προβλ. 5. 36. Διόδωρ. 2. 9, ἑψημένος Ἱππ. 628. 25, πρβλ. ἀφέψω ΙΙ. - Ὁ ἐνεστὼς ἑψέω, ἐξ οὗ σχηματίζονται οἱ λοιποὶ χρόνοι, ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ τονισμοῦ ὃν φέρουσι τὰ Ἀντίγραφα· ἀλλ’ ἀντὶ τῶν ἑψῶ, ἑψοῦσι, ἑψεῖν, ἕψεε, ἐν ταῖς ἀρίσταις ἐκδόσεσι τίθενται τά: ἕψω, ἕψουσι, ἕψειν, ἧψε, ἴδε Δινδόρφ. de Dial. Hdt. σ. XXXVI· πρὸς δὲ οἱ τύποι ἑψοῦντες, ἑψῶντες παρὰ Διοδ. 1. 80. 81, διωρθώθησαν ὡσαύτως ὑπὸ τοῦ Δινδ. (Περὶ τῆς ῥίζης ἴδε πέσσω). Βράζω, ἐπὶ κρέατος κτλ. (οὐδαμοῦ παρ’ Ὁμ., ἴδε ἐν λ. ὀπτάω), χελώνην καὶ ἄρνα κατακόψας ὁμοῦ ἕψεε αὐτοὺς ἐν λέβητι χαλκέῳ Ἡρόδοτ. 1. 48, τὰ μὲν ὤπτησε τὰ δὲ ἕψησε τῶν κρεῶν αὐτόθι 119, ἑψήσαντες δὲ τὰ κρέα κατευωχέονται αὐτόθι 216, κ. ἀλλ., Ἱππ. π. Ἀρχ. Ἰητρ. 9· τὰ σμικρὰ κρέα κατακόψαντα ἕψειν καὶ ὀπτᾶν Πλάτ. Εὐθύδημ. 301C, κλπ: χύτρας ἔτνους ἕψουσιν αἱ νεώταται Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 845, Πλάτ. Ἱππ. Μείζων 290D· παροιμία ἐπὶ ἀνωφελοῦς κόπου, λίθον ἕψεις (πρβλ. πλίνθος) Ἀριστοφ. Σφ. 280, Πλάτ. Ἐρυξ. 405Β· μετὰ γεν. διαιρ., ἥψομεν τοῦ κορκόρου, ἐβράσαμεν μέρος τοῦ κορχόρου, Ἀριστοφ. Σφ. 239. - Μέσ., ἕψου μηδὲ λυπηθῇς πυρὶ Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 321. - Παθητ., βράζομαι, ἐπὶ κρέατος, ἐπεὰν δὲ ἑψηθῇ τὰ κρέα, ὁ θύσας τῶν κρεῶν καὶ τῶν σπλάγχνων ἀπαρξάμενος ῥίπτει ἐς τὸ ἔμπροσθεν Ἡρόδοτ. 4. 61, κτλ.· ἐπὶ ὕδατος, ὑφίσταμαι βρασμόν, βράζω, πᾶν ὕδωρ προθερμανθὲν ψύχεται μᾶλλον, ὥσπερ τὸ τοῖς βασιλεῦσι παρασκευαζόμενον ὅταν ἑψηθῇ μέχρι ζέσεως Ἀριστοτέλ. Ἀποσπάσμ. 208, Πλούταρχ. 2. 690C. 2) ἐπὶ μετάλλων, χωνεύω, καθαρίζω διὰ τοῦ πυρός, ἑψόμενος χρυσὸς Πινδ. Ν. 4. 133· πρβλ. ἄπεφθος. 3) Μέσ., ἑψήσασθαι κόμην, βάψαι αὐτήν, «ἑψήσασθαι κόμην τὸ καταχρῶσαι ἔλεγον» Πολυδ. Β΄, 35· πρβλ. Φώτ., Ἡσύχ. 4) μεταφ., περιθάλπω, τί κέ τις ἀνώνυμον γῆρας ἐν σκότῳ καθήμενος ἕψοι μάταν, ἁπάντων καλῶν ἄμμονος Πινδ. Ο. 1. 133, ἴδε Dissen. (83), καὶ πρβλ. πέσσω ΙΙΙ. 3.

French (Bailly abrégé)

impf. ἧψον, f. ἑψήσω, ao. ἥψησα, pf. réc. ἔψηκα avec esprit doux !;
Pass. f.
ἑψηθήσομαι, ao. ἡψήθην ou ἥφθην, pf. ἥψημαι;
faire cuire, faire bouillir ; Pass. cuire, bouillir.
Étymologie: cf. πέπτω.

English (Slater)

ἕψω
   1 boil.
   a refine ὁ χρυσὸς ἑψόμενος αὐγὰς ἔδειξεν ἁπάσας (N. 4.82)
   b met., boil away, brood over τά κέ τις ἀνώνυμον γῆρας ἕψοι μάταν; (O. 1.83)

Spanish

hervir

Greek Monotonic

ἕψω: γʹ ενικ. παρατ. ἧψε· οι άλλοι χρόνοι σχηματίζονται από το ἑψέω, μέλ. ἑψήσω, αόρ. αʹ ἥψησα — Μέσ., μέλ. ἑψήσομαι — Παθ., αόρ. αʹ ἡψήθην·
1. βράζω, κοχλάζω, σε Ηρόδ., Αττ.· παροιμ., λέγεται για τον μάταιο κόπο, λίθον ἕψεις, σε Αριστοφ.· με γεν. διαιρ., ἥψομεν τοῦ κορκόρου, βράσαμε ένα κομμάτι αγριολάχανο,, στον ίδ. — Παθ., βράζομαι, σε Ηρόδ.
2. λέγεται για μέταλλα, χωνεύω, καθαρίζω με τη φωτιά, σε Πίνδ.
3. μεταφ., γῆρας ἀνώνυμον ἕψειν, απολαμβάνει άδοξα γηρατειά, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἕψω: (impf. ἧψον, fut. ἑψήσω, aor. ἥψησα; pass.: fut. ἑψηθήσομαι, aor. ἡψήθην и ἥφθην, pf. ἥψημαι)
1) варить (ἄρνα ἐν λέβητι, τὰ κρέα Her.; τῷ πυρί Arst.; γογγυλίδας Plut.; med. λάχανα Plat.): λίθον ἕ. погов. Arph. варить камень, т. е. заниматься напрасным трудом;
2) подогревать, кипятить (ἑψόμενον γάλα Arst.);
3) использовать для варки (χύτραν Arph., Plat., Arst., Plut.);
4) плавить, очищать: ἑψόμενος χρυσός Pind. очищенное (плавлением) золото;
5) лелеять, холить (γῆρας Pind.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: kook, seethe (Ion.-Att.).
Other forms: Aor. ἑψῆσαι, fut. ἑψήσω (Ion.-Att.), perf.ἥψηκα (Ph.); new presents ἑψέω, -άω;
Compounds: also with prefix, e. g. ἀφ-, συν-,
Derivatives: ἕψημα what is cooked, meal, soupe (Ion.-Att.) with ἑψηματώδης (Dsc.), hell. ἕψεμα (LXX; cf. Schwyzer 523), ἕψησις cooking (Ion.-Att.); ἑψητήρ, -τήριον, -τής, -τικός (hell.); ἑφθός cooked (Ion.-Att.; with ἄπ-εφθος a. o.), ἐψητός id., also name of a fish (Ar., X.; cf. Strömberg Fischnamen 89), ἑψανός cooked, to be cooked (Hp.), ἑψαλέος id. (Nic.; after ὀπταλέος [Hom.] a. o.); also ἑψέϊνα n. pl. meaning unclear (PLond. 3, 1177, 217; IIp). - From ἄπεφθος NGr. ἀπόχτι (through ἀπόφθι(ον)) dried food (Crete), salted meat (Cyprus), s. Hatzidakis Glotta 3, 72f.; from ἑψανός NGr. ψανός what is roasted, ψάνη wheat, s. Georgakas ByzZ 41, 380f.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Cannot be separated from Arm. epem cook. As Arm. p can hardly represent (with Pedersen KZ 39, 428) IE ps, we should posit IE *seph-, which would have had an s-enlargement in Greek (Schwyzer 706). The new (familiar?) Greco-Armenian word ousted old πέσσειν (s. v.). Cf. Porzig Gliederung 156. An other expression for cook is ζέω, s. v. The word is prob. Pre-Greek (Fur. 327, who compares δέφω \/ δέψω.

Middle Liddell


1. to boil, seethe, Hdt., attic: proverb. of useless labour, λίθον ἕψεις Ar.; c. gen. partit., ἥψομεν τοῦ κορκόρου we boiled some pimpernel, Ar.:—Pass. to be boiled, Hdt.
2. of metals, to smelt, refine, Pind.
3. metaph., γῆρας ἀνώνυμον ἕψειν to cherish an inglorious age, Pind.

Frisk Etymology German

ἕψω: {hépsō}
Forms: Aor. ἑψῆσαι, Fut. ἑψήσω (ion. att.), Perf.ἥψηκα (Ph.); dazu vereinzelt neue Präsentia ἑψέω, -άω;
Grammar: v.
Meaning: kochen, sieden (ion. att.).
Composita : auch mit Präfix, z. B. ἀφ-, συν-,
Derivative: Davon ἕψημα das Gekochte, Gericht, Suppe (ion. att.) mit ἑψηματώδης (Dsk.), hell. ἕψεμα (LXX; vgl. Schwyzer 523), ἕψησις das Kochen (ion. att.); ἑψητήρ, -τήριον, -τής, -τικός (hell. u. spät); ἑφθός gekocht (ion. att.; dazu ἄπεφθος u. a.), ἐψητός ib., auch Fischname (Ar., X. u. a.; vgl. Strömberg Fischnamen 89), ἑψανός gekocht, zum Kochen geeignet (Hp. u. a.), ἑψαλέος ib. (Nik.; nach ὀπταλέος [Hom.] u. a.); auch ἑψέϊνα n. pl. Bed. unklar (PLond. 3, 1177, 217; IIp). — Aus ἄπεφθος ngr. ἀπόχτι (über ἀπόφθι(ον)) vertrocknete Speise (Kreta), Pökelfleisch (Kypros), s. Hatzidakis Glotta 3, 72f.; aus ἑφανός ngr. ψανός der geröstet wird, ψάνη Weizen, s. Georgakas ByzZ 41, 380f.
Etymology : Kann von arm. epem kochen nicht getrennt werden. Da arm. p‘ kaum (mit Pedersen KZ 39, 428) idg. ps vertreten kann, müßte bei ungestörter Lautentwicklung idg. *seph- angesetzt werden, das im Griechischen eine s-Erweiterung erhalten hätte (Schwyzer 706). Das neugeschaffene (familiäre?) graeco-armenische Wort hat das alte πέσσειν (s. d.) im Sinn von kochen zurückgedrängt. Vgl. Porzig Gliederung 156. Ein anderer Ausdruck für sieden, kochen ist ζέω, s. d.
Page 1,604-605