Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἕωθεν

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἕωθεν Medium diacritics: ἕωθεν Low diacritics: έωθεν Capitals: ΕΩΘΕΝ
Transliteration A: héōthen Transliteration B: heōthen Transliteration C: eothen Beta Code: e(/wqen

English (LSJ)

Ep. ἠῶθεν (q.v.), Adv., (ἕως (A))

   A from morn, i.e. at earliest dawn, Pl.Phd.59d, etc.; ἕ. εὐθύς Ar.Pl.1121, Eub.119.8.    2 αὔριον ἕ. tomorrow early, X.Cyr.4.2.6, Pl.La.201c; so ἕωθεν alone, Ar.Ach.278, etc.; τό γ' ἕωθεν Arist.HA546a22.

German (Pape)

[Seite 1132] vom Morgen an, mit Tagesanbruch, am Morgen; Ar. ἕωθεν εὐθύς, Plut. 1121; συλλεγόμενοι ἕωθεν εἰς τὸ δικαστήριον Plat. Phaed. 59 d; ἐμοὶ ἐξιόντι ἕωθεν οἴκοθεν Apol. 40 a; αὔ. ριον ἕωθεν ἀφίκου, morgen früh, Lach. 201 b (wie Xen. Cyr. 4, 2, 6), wofür Theaet. extr. allein steht ἕωθεν δὲ δεῦρο πάλιν ἀπαντῶμεν; – τὸ ἕωθεν Arist. H. A. 5, 14.

Greek (Liddell-Scott)

ἕωθεν: Ἐπικ. ἠῶθεν (ὃ ἴδε), Ἐπίρρ., (ἕως) ἀπὸ πρωΐας, «ἀπὸ ’νωρίς», «ἀπὸ τὴν αὐγήν», ἀεὶ γὰρ δὴ... εἰώθειμεν φοιτᾶν... παρὰ τὸν Σωκράτη, συλλεγόμενοι ἕωθεν εἰς τὸ δικαστήριον Πλάτωνος Φαίδων 59D, κτλ.· ἕωθεν εὐθὺς Ἀριστοφ. Πλ. 1121, Εὔβουλος ἐν Ἀδήλ. 1. 8. 2) αὔριον ἕωθε αὔριον πρωῒ πρωΐ, εἰς τὰ χαράγματα, Ξεν. Κύρ. 4. 2, 6· αὔριον ἕωθεν ἀφίκου οἴκαδε καὶ μὴ ἄλλως ποιήσῃς Πλάτωνος Λάχ. 201Β· οὕτως, ἕωθεν μόνον Ἀριστοφ. ἐν «Ἀχαρναῖς» 277, ἐν «Νεφέλαις» 1195, Πλάτ., κλ.· τό γ΄ ἕωθεν Ἀριστοτέλ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 5. 14, 22.

French (Bailly abrégé)

adv.
dès l’aurore, au point du jour.
Étymologie: ἕως¹, -θεν.

Greek Monolingual

ἕωθεν (ΑΜ, Α και επικ. τ. ἠῶθεν) [ἕως II]
από την αυγή, από τα χαράματα, από το πρωί, από νωρίς
αρχ.
(φρ. α) «ἕωθεν εὐθύς» — πρωί-πρωί, από τα χαράματα
β) «αὔριον ἕωθεν» — αύριο πρωί-πρωί, αύριο τα χαράματα.

Greek Monotonic

ἕωθεν: Επικ. ἠῶθεν, επίρρ. (ἕως):
1. από το πρωί, δηλ. από το πρωινό, από το χάραμα, από νωρίς, τα χαράματα, σε Πλάτ.· ἕ. εὐθύς, σε Αριστοφ.
2. αὔριον ἕ., αύριο πρωί πρωί, σε Ξεν.· ομοίως ἕωθεν μόνο του, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἕωθεν: эп. ἠῶθεν (тж. τὸ ἕ. Arst.) adv. ἕως I] на заре, на рассвете, чуть свет: αὔριον ἕ. Xen. завтра чуть свет; ἕ. εἰς ἑσπέραν Luc. с раннего утра до вечера; ἕ. εὐθύς Arph. с самого рассвета.

Middle Liddell


1. from morn, i. e. at earliest dawn, early in the morning, Plat.; ἕ. εὐθύς Ar.
2. αὔριον ἕ. tomorrow early, Xen.; so ἕωθεν alone, Ar.