Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠέριος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ἠέριος Medium diacritics: ἠέριος Low diacritics: ηέριος Capitals: ΗΕΡΙΟΣ
Transliteration A: ēérios Transliteration B: ēerios Transliteration C: ierios Beta Code: h)e/rios

English (LSJ)

η, ον, (ἦρι)

   A early, at or with early morn, ἠερίη δ' ἀνέβη μέγαν οὐρανόν Il.1.497, cf. 557, 3.7 (Sch. ἐαριναί), Od.9.52, A.R.3.417.    II later, (ἠήρ) misty, dimly seen, Arat.349, A.R.1.580, 4.1239.    2 high in air, ἠ. Γεράνεια Simon.114; of birds, Opp.C.1.380, H.3.203; of flying-fish, ib.1.430; ἄγραι AP6.180 (Arch.), cf. Nonn.D.7.315, al.    3 airy, air-like, πῦρ Hp.Vict.1.10.

German (Pape)

[Seite 1155] ep. statt ἀέριος, eigtl. lustig, u. wie ἀήρ die dicke Nebelluft bedeutet, bes. im Morgennebel, in dämmernder Frühe, wo noch Alles im Morgennebel verhüllt liegt, ἠερίη δ' ἀνέβη οὐρανόν Il. 1. 497; vgl. 557; Il. 3, 7 von den Kranichen ἠέριαι δ' ἄρα ταί γε κακὴν ἔριδα προφέρονται, Voß: aus dämmernder Luft; auch Od. 9, 52 ist so zu deuten; "früh" heißt es auch Ap. Rh. 417. 915. – Die Bdtg lustig herrscht bei Sp. vor, ἀγέλαι, von den Vögeln, Opp. H. 3, 203, θήρη, Vogelsang, Cyn. 1, 48, ὄρνιθες, ib. 380, ἀϋτμ ή, Witterung der Vögel, ib. 480; νεφέλαι Orph. H. 21, 1; von den Winden, Nonn. oft; auch κέλευθος, πορεῖαι, ὁδοί, vom Hagel, D. 2, 430; vom Regen, 7, 33 (vgl. πηγὴ ἠερίη Tryphiod. 118); von Wolken, 45, 135; auch von den Wogen, 36, 120; so auch Ap. Rh. 1, 580; ἠερίη – αἶα δύετο, das Land tauchte in die Luft auf, 1, 580; ἠερίη δ' ἄμαθος παρακέκλιται, der gleichsam mit dem Himmel verschwimmt, 4, 1239. – Buttmann's Ableitung von ἦρι ist nicht wahrscheinlich.

Greek (Liddell-Scott)

ἠέριος: -α, -ον, πρωινός, ἠερίη δ’ ἀνέβη μέγαν οὐρανὸν Ἰλ. Α. 497 (Σχόλ. ἑωθινή, ὀρθρινή)· πρβλ. Α. 557, Γ. 7 (Σχολ. ἐαριναί)· οὕτω καὶ ἐν Ὀδ. Ι. 52, ἔνθα τὸ ἠέριοι ἑρμηνεύεται ἐν στίχ. 56 διὰ τοῦ ὄφρα μὲν ἠὼς ἦν, κτλ. ΙΙ. παρὰ μεταγεν. ποιηταῖς, ὁ ἐν τῷ ἀέρι, ἐκτεθειμένος εἰς τὸν ἀέρα, ἐπὶ ὑψηλοῦ βράχου, Σιμων. ἐν Ἀνθ. Π. 7. 496· ἐπὶ μακρὰν κειμένης γῆς, Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 580, πρβλ. Δ. 1239· ἐπὶ πτηνῶν, Ὀππ. Κ. 1. 380, πρβλ. Ἁλ. 3. 203, Ἀνθ. Π. 6. 180, 181· καὶ συχνάκις παρὰ τῷ Νόνν., κτλ. 2) ἐξ ἀέρος, ἀνεμιαῖος, ἀόρατος, Ἄρατ. 349. (Ὁ Βουττμ. Λεξιλ. παράγει τὴν λέξιν ἐκ τοῦ ἦρι μετὰ τῆς σημασ. Ι, ἐκ τοῦ ἀὴρ μετὰ τῆς σημασ. ΙΙ. Ὁ Voss. μόνον ἐκ τοῦ ἀήρ, οὗ ἡ κυρία σημασία εἶνε (κατ’ αὐτὸν) ἡ τῆς πρωινῆς ὁμίχλης).

French (Bailly abrégé)

v. ἀέριος.

English (Autenrieth)

adj., at early morn, always used predicatively, Il. 1.497, Od. 9.52.

Greek Monolingual

ἠέριος, -ίη, -ον (Α)
1. πρωινός, αυγινός («ἠερίη δ' ἀνέβη μέγαν οὐρανόν», Ομ. Ιλ.)
2. (για τόπο) εκτεθειμένος στον αέρα, ευήνεμος
3. (για πτηνά) αυτός που ζει, που πετά στον αέρα
4. αυτός διά μέσου του οποίου δύσκολα μπορεί να δει κανείς, ομιχλώδης
5. ιων. αυτός που έχει αερώδη σύσταση, που μοιάζει με αέρα
6. αέρινος, αόρατος εξαιτίας της αερώδους συστάσεως του
7. φρ. «ἠέριαι ἄγραι» — το κυνήγι τών άγριων πτηνών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ως ιωνικός τ. του αέριος «ομιχλώδης, αέρινος» ανήκει στα παράγωγα του ἀήρ. Με τη σημασία «πρωινός» ανάγεται πιθ. σε αμάρτυρο επίρρ. ήερι (πρβλ. το ανθρωπωνύμιο Ηερί-βοια και πιθ. τα μυκηναϊκά ανθρωπωνύμια με α' συνθετικό Aeri-), από το οποίο προκύπτει διά συναιρέσεως το επίρρ. ήρι «νωρίς την αυγή». Το ηέριος συνδέεται επομένως και με το α' συνθετικό αρι- (< αyερι, παράλλ. τ. του ήερι με βραχύ αρχικό φθόγγο) του άριστον(με αρχική σημασία «πρωινό γεύμα»). Κατ' άλλη άποψη, το ηέριος προήλθε από αρχαΐζοντα μεταπλασμό του αμάρτυρου επιθ. ήριος (< ήρι) κατά τα ηέλιος-ήλιος. Ο μακρός αρχικός φθόγγος τών ήερι, ήρι, ηέριος αποδίδεται σε μετρικούς λόγους, δεδομένου ότι οι συγγενείς τ. άλλων ΙΕ γλωσσών έχουν όλοι βραχείς αρχικούς φθόγγους (βλ. λ. ήρι)].

Greek Monotonic

ἠέριος: -α, -ον (ἀήρ),
I. πρωινός, αυτός που εμφανίζεται με την πρωινή αυγή, σε Ομήρ. Ιλ.
II. ο εκτεθειμένος στον αέρα· ανεμιαίος, αόρατος, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ἠέριος: ἦρι ранний, утренний: Κίκονες ἦλθον ἠέριοι Hom. ранним утром явились киконы; Θέτις ἠερίη ἀνέβη Οὔλυμπον Hom. рано утром Фетида взошла на Олимп.
2, 3 ἀήρ эп.-ион. = ἀέριος.

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: 1. early, of the morning, connected with ἦρι early, in the morning (e.g. A. R. 3, 417: opposed to δείελον ὥρην); 2. misty = ἠερόεις, in the air, airy (Simon. 114, Hp. Vict. 1, 10, A. R., Arat., Opp.).
Origin: IE [Indo-European] [12] [85] *h₂euser- morning ; less prob.*h₂eier- morning
Etymology: The places in Homer (always verse begin) are not all clear; to ἀήρ, ἠέρος probably Γ 7 (γέρανοι), as against ι 52 (of the attacking Kikones) rather to ἦρι (cf. vv. 56-58 and Harrison ClRev. 51, 215); uncertain Α 497, 557 (of Thetis rising from the sea to the Olympos). Cf. Buttmann uad Bechtel Lex. s. v., Risch 105, Kretschmer Glotta 10, 53 n. 1. - In the meaning early we must start from an adv. *ἤερι (cf. Ήερί-βοια Ε 389), if not formed archaising after 2. from *ἤρι-ος (cf. ἠέλιος : ἥλιος). S. ἦρι.

Middle Liddell

ἠέριος, η, ον [ἀήρ]
I. early, with early morn, Il.
II. in the air, high in air, Anth.

Frisk Etymology German

ἠέριος: {ēérios}
Meaning: 1. früh, morgendlich, auf ἦρι in der Frühe bezogen (sicher A. R. 3, 417: Gegensatz δείελον ὥρην); 2. nebelig = ἠερόεις, in der Luft befindlich, luftig (Simon. 114, Hp. Vict. 1, 10, A. R., Arat., Opp.).
Etymology : Die Homerstellen (immer am Versanfang) sind nicht ganz klar; zu ἀήρ, ἠέρος wahrscheinlich Γ 7 (γέρανοι), dagegen ι 52 (von den angreifenden Kikonen) vielmehr zu ἦρι (vgl. vv. 56-58 und Harrison ClRev. 51, 215); unsicher Α 497, 557 (von der aus dem Meere bis zum Olympos aufsteigenden Thetis). Vgl. Buttmann und Bechtel Lex. s. v., Risch 105, Kretschmer Glotta 10, 53 A. 1. — Im Sinn von früh ist von einem Adv. *ἤερι (vgl. Ἠερίβοια Ε 389) auszugehen, falls nicht nach 2. aus *ἤριος archaisierend umgebildet (vgl. ἠέλιος : ἥλιος). S. ἦρι.
Page 1,624