Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠεροφεγγής

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἠεροφεγγής Medium diacritics: ἠεροφεγγής Low diacritics: ηεροφεγγής Capitals: ΗΕΡΟΦΕΓΓΗΣ
Transliteration A: ēerophengḗs Transliteration B: ēerophengēs Transliteration C: ierofeggis Beta Code: h)erofeggh/s

English (LSJ)

ές,

   A shining in the air, Ζεύς Orph.H.20.2.

Greek (Liddell-Scott)

ἠεροφεγγής: -ές, = τῷ προηγ., Ζεὺς Ὀρφ. Ὕμν. 19. 2.

Greek Monolingual

ἠεροφεγγής, -ές (Α)
ήεροφαής, αυτός που λάμπει στον αέρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ηερο-, ιων. τ. του αερο- (< αήρ, πρβλ. ιων. γεν. ηέρος) + -φεγγής (< φέγγος), πρβλ. μαρμαρο-φεγγής, χρυσο-φεγγής].