Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠερόμικτος

Ἰχθύς ἐκ τῆς κεφαλῆς ὄζειν ἄρχεται -> The fish stinks from the head
Michael Apostolius Paroemiographus, Paroemiae
Full diacritics: ἠερόμικτος Medium diacritics: ἠερόμικτος Low diacritics: ηερόμικτος Capitals: ΗΕΡΟΜΙΚΤΟΣ
Transliteration A: ēerómiktos Transliteration B: ēeromiktos Transliteration C: ieromiktos Beta Code: h)ero/miktos

English (LSJ)

ον, (μείγνυμι)

   A mingling with air, φωναί Id.Fr.297b2 (in form ἀερό-).

Greek (Liddell-Scott)

ἠερόμικτος: -ον, (μίγνυμι) μεμιγμένος μετὰ τοῦ ἀέρος, φωναὶ Ὀρφ. Ἀποσπ. 28. 14.

Greek Monolingual

ἠερόμικτος, -ον (Α)
αναμεμιγμένος με τον αέρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ηερο-, ιων. τ. του αερο- (< αήρ, προβλ. ιων. γεν. ηέρος) + -μικτός (< θ. μιγ-. του μίγνυμι, πρβλ. παθ. αόρ. β' ε-μίγ-ην), πρβλ. αλί-μικτος α-πρόσ-μι-κτος].