Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠθολόγος

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἠθολόγος Medium diacritics: ἠθολόγος Low diacritics: ηθολόγος Capitals: ΗΘΟΛΟΓΟΣ
Transliteration A: ēthológos Transliteration B: ēthologos Transliteration C: ithologos Beta Code: h)qolo/gos

English (LSJ)

ον, painting character by mimic gestures (cf. βιολόγος), of dramatic and mimic performers, DS. 20.63, Cic. Orat. 2.59.242, Ath. 1.20a; of Socrates, Timo 62.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1156] Sitten od. Charaktere schildernd, darstellend, mimisch, bes. komisch die Gebehrden u. Handlungen Anderer darstellend, um Lachen zu erregen, neben θαυματοποιός D. Sic. 20, 63; vgl. Cic. de orat. 2, 59 mimorum est enim et ethologorum, si nimia est imitatio. S. auch ἀρεταλόγος.

Greek (Liddell-Scott)

ἠθολόγος: -ον, ὁ μιμούμενος χαρακτῆρα ἢ τρόπους διὰ μιμικῶν σχημάτων, ὡς τὸ ἀρεταλόγος και βιολόγος, ἐπὶ δραματικῶν καὶ μιμικῶν ποιητῶν, Διόδ. 20. 63, Cic. Orat. 2. 59· ἐπὶ τοῦ Ὀρφέως, Τίμων παρὰ Σέξτ. Ἐμπ. Μ. 7. 10.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
qui imite les mœurs ou le caractère, mime.
Étymologie: ἦθος, λέγω³.

Greek Monolingual

-ο (Α ἠθολόγος, -ον)
νεοελλ.
το αρσ. ως ουσ. ο ηθολόγος
ο επιστήμονας που ασχολείται ειδικά με την ηθολογία
αρχ.
1. αυτός που παριστάνει ήθη, χαρακτήρες με μιμικά σχήματα, αυτός που μιμείται κωμικά το ήθος κάποιου, μίμος, κωμικός υποκριτής (ηθοποιός)
2. ο δραματικός ή μιμικός ποιητής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ήθος + -λόγος (< λόγος < λέγω), πρβλ. γλωσσο-λόγος, ζωο-λόγος.

Russian (Dvoretsky)

ἠθολόγος: ὁ изобразитель нравов, актер, мим Diod., Plut.