Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠθροισμένως

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἠθροισμένως Medium diacritics: ἠθροισμένως Low diacritics: ηθροισμένως Capitals: ΗΘΡΟΙΣΜΕΝΩΣ
Transliteration A: ēthroisménōs Transliteration B: ēthroismenōs Transliteration C: ithroismenos Beta Code: h)qroisme/nws

English (LSJ)

Adv. pf. part. Pass. of ἀθροίζω, A gloss on ἀγεληδόν, Hsch.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1157] adv. zum perf. pass. von ἀθροίζω, massenweis, haufenweis.

Greek (Liddell-Scott)

ἠθροισμένως: ἐπιρρ. μετοχ. παθ. πρκμ. τοῦ ἀθροίζω, ὁμοῦ, ἀγεληδόν, σωρηδόν, Ἡσύχ.

Greek Monolingual

ἠθροισμένως (Α)
επίρρ. (Υλώσσ. του Ησύχ. για τη λ. αγεληδόν) κατ' αγέλας, κοπαδιαστά, ομαδικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μτχ. παρακμ. ηθροισμένος του ρ. αθροίζομαι].